"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

Μάνα, Χρόνος, Ποίηση

 

 

Χρόνος, μάνα και ποίηση («Χ.Ν., 13-5-13, απόσπασμα, Στ.Γ.Κ.)

 

«…ΑΠΟ τα πρόσωπα που «φεύγουν» μεν, αλλά μας συντροφεύουν «ευφρόσυνα» κι ακατάπαυστα, και με πολλούς τρόπους, είναι η μάνα.


Γράφει ο Γ. Μανουσάκης, ο ποιητής των Χανίων:


«Εκεί σ΄αφήσαμε κάτω απ΄την πέτρα

Μα εσύ, ποιος ξέρει, ίσως μετακόμισες

Την πρώτη κιόλας δύση στην καρδιά του ήλιου.

Δικό σου είναι το φως που στοργικό

Κάθε χειμώνα, όταν κρυώνουμε,

Σα χάδι σέρνεται στο πρόσωπό μας

Κι ακουμπά, θερμή παλάμη

Ανθρώπινη, στα γόνατά μας.

Έτσι μας βλέπεις κάθε μέρα

Απ΄το ψηλό μπαλκόνι σου

Ευφρόσυνη και πάντα οικεία» (1)



 

ΚΑΙ στο δικό της μπαλκόνι «αντικρίζει» κάθε μέρα το έστω «δυσανάγνωστο πρόσωπο» της μητέρας της, η Κική Δημουλά:

«…Σ’ αυτό το μπαλκόνι

σ’ αυτό το χαμόγελο

τ’ απογεύματα, η μάνα μου

το δυσανάγνωστό της πρόσωπο

εκθέτει.

Ο χρόνος το συνέγραψε

χωρίς έξαρση

από νύχτα σε νύχτα

σε γλώσσα πόνου ρέουσα

γεμίζοντας

κατεβατά φθοράς.

Κι ούτε ένα λάθος γέλιου…» (2)


 


 

ΟΙ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΕΣ μάνες ήταν χαροκαμένες. Μαυροφορεμένες. Πονεμένες. Κι αν ακόμη έχουν «φύγει», τις νιώθουμε πάντα γλυκομίλητες να μας νοιάζονται. Με «χειρονομίες» τρυφερότητας. Όπως περιγράφονται αυτές από τη Μαρινέλλα Βλαχάκη:

«Τριάντα χρόνια.

Τριάντα χρόνια  στην άκρη του κρεβατιού,

Σε μια ατέλειωτη χειρονομία,

Η νεκρή μητέρα μου,

Με σκεπάζει» (3)

 


ΑΝ  ΧΡΟΝΟΣ είναι η συνισταμένη του παρελθόντος και του μέλλοντος με φευγαλέο διάλειμμα το παρόν, τότε η εικόνα του καθημερινού και αδιάκοπου «καθήκοντος» αποτυπώνεται επιτυχημένα στην πρόσφατη ποίηση του Βαγγέλη Κακατσάκη. Ο ποιητικός χρόνος, εδώ, ουσιαστικά είναι άχρονος, αφού ο θάνατος δεν αποτελεί «σύνορο» στο τότε και το τώρα ∙ ούτε στο τώρα με το αύριο… Έτσι, τα «πρέπει» στους γεννήτορές μας δεν καλουπώνονται σε στενόκαρδους γραμματικούς κανόνες.  Ο χρόνος είναι ένας:  λαμαρτινικός πάντα…

Από την ενότητα «Ένδον» της συλλογής «Όταν γίνεις ποίημα» το παρακάτω ποίημα του Β.Κ.:


«…Επιστρέφω στο σπίτι.

Πρέπει να σου δώσω αναφορά,

Όπως έκανα πάντα.

Το ξέρω πως δε θα σε βρω, μάνα.

Το ξέρω πως εδώ και δέκα μέρες

Είσαι κάτοικος

Της Χώρας των Κεκοιμημένων.

Πρέπει, όμως, να σου δώσω αναφορά». (4)


… ΟΣΑ ποιήματα και να γραφούν για τη μάνα, όσα ειδικά «αφιερώματα» κι γίνουν, όσα καλλιτεχνικά μνημεία κι αν στηθούν προς τιμήν της…, τίποτε δεν θα είναι ικανό να αποδώσει, να περιγράψει, να αποτυπώσει στις  διαστάσεις του το μοναδικό κι ανεκτίμητο αυτό πλάσμα: τη μητέρα ∙ που, όπως λέγεται, δημιούργησε ο Θεός για να διορθώσει τις ατέλειες του κόσμου που έπλασε…

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

 

-(1) Γ. Μανουσάκης (1933-2008), «Στ΄Ακρωτήρια της Ύπαρξης», Μετάσταση(Στη μνήμη της μητέρας μου), σελ. 71 εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2003

-(2) Κική Δημουλά, Από τη συλλογή «Επί τα Ίχνη», Βιογραφικός πίνακας, α΄ έκδ. Φέξης, 1963

-(3) Μαρινέλλα Βλαχάκη, «Κόκκινη Άμμος», Ποιήματα,  σελ.22, Χανιά, 1992

-(4) Βαγγέλης Θ. Κακατσάκης,  «Όταν γίνεις Ποίημα», σελ. 23 (Αναφορά),  εκδ.  Πολιτιστική Εταιρεία Κρήτης-Πυξίδα της Πόλης, Χανιά, 2013


Σχολιάστε