"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

Θεσσαλονίκη στα 1950-1960

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ (1) ΚΑΙ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΗ ΠΟΛΗ… (απόσπασμα, Στ.Γ.Καλαϊτζόγλου)

«Έμορφη μουσικότητα των φθινοπωρινών
ημερών στη Θεσσαλονίκη,
όταν η βροχή πέφτει πότε πυκνή,
αραιώνει κι ύστερα πάλι
πυκνώνει η ασημένια βροχή,
των πρώτων φθινοπωρινών ημερών,
διάφανη και τόσο λεπτή, σαν
σιγανή μουσική ομιλία γυναικών
στο φθινόπωρο της ζωής των (…)».
(Ζωή Καρέλη, Μουσικότητα, Από τη συλλογή «Παραμύθια του κήπου», 1955)

«…ΑΝΗΜΕΡΑ τ΄Αγίου –μου λέει ο Αλέξης- ξεκινούσαμε μαθητούδια απ΄το Βαρδάρι να προσκυνήσουμε τη χάρη του με εμβατήρια του συρμού, σαν σε παρέλαση, στοιχισμένοι σε τριάδες… Μέσα δεκαετίας του ΄50 στη Σαλονίκη. Τις μέρες του φθινοπώρου οι σκονισμένοι δρόμοι καταβρέχονταν με τους «καταβρεχτήρες»: κάτι υδροφόρες που είχαν στα πλάγιά τους σωλήνες απ΄ όπου εκτινασσότανε το νερό που ξέπλυνε και δρόσιζε φρυγμένους δρόμους και πεζοδρόμια… Εμείς, τα «ανταρτόπληκτα», «τα παιδιά της Βασιλίσσης», στρατιωτάκια ομοιόμορφα ντυμένα, με τα χέρια ψηλά και ρυθμικά, περπατούσαμε σχηματισμούς ομάδων ανά τριάδες, για τον καθιερωμένο υποχρεωτικό «εκκλησιασμό» στην εκκλησία του Αγίου. Οι ομαδάρχες ήταν στο πλάι δίνοντας το ρυθμό με τη σφυρίχτρα: εν δυο, εν δυο… Κάθε τόσο στο τρία του ένα-δύο-τρία χτυπούσαμε δυνατά το δεξί πόδι με τα «μπροκωτά» παπούτσια (τα σκαρπίνια μας). Εκείνο το κοφτό ομαδικό «κραπ! κραπ!» ηχεί ακόμη στ΄ αυτιά μου…

«… ΗΜΑΣΤΑΝ παιδιά και αισθανόμασταν κρυφή υπερηφάνεια που το ομαδικό αυτό «παιχνίδι» γινόταν αισθητό από τους κατοίκους της πόλης. Που, απ΄το απρόσμενο και θορυβώδες γιορτινό ξύπνημά τους, πρόβαλαν στα παράθυρα των γύρω σπιτιών λοξοκοιτάζοντάς μας άγρια. Ενοχλούσαν κι οι μισοεφηβικές αγριοφωνάρες των εμβατηρίων με το ασυντόνιστο και παράφωνο της νεανικής βραχνάδας μας. Έκλειναν με βρόντο τα παραθυρόφυλλα μουρμουρίζοντας ή βρίζοντας-«τα μπάσταρδα της «Φρίκης» περνούν»! Ήμασταν στην πρώιμη εφηβεία κι όλος ο κόσμος ήταν δικός μας! Το ίδρυμα «Άγιος Δημήτριος», εκεί στην οδό 26ης Οκτωβρίου, απαιτούσε να πηγαίνουμε στην εκκλησία ομαδικά, για να δείχνουμε στον κόσμο πόσο θρήσκα και σωστά Ελληνάκια ήμασταν! Εμβατήρια ή τραγούδια ήταν η… κυριακάτικη ή γιορταστική συντροφιά μας»

… ΑΥΤΑ και άλλα αναθιβάνει ο Αλέξης που, δεκαετίες μακριά από τη «χώρα» της παιδικής του ηλικίας, ξαναβρίσκεται στην πόλη του Αγίου. Την επισκέπτεται μέρες φθινοπώρου, πάλι με βροχή, με εκείνες τις σταγόνες-λόγια, σταγόνες-πρόσωπα, σταγόνες-μνήμες. Να όπως, το μελαγχολικό τραγούδι που ακούει να του λέει(1):
«…Λόγια της βροχής ακούς που σε τρομάζουν
οι μέρες αλλάζουν, μα δύσκολα περνούν…».

ΑΓΝΩΡΙΣΤΗ πόλη, πεντακάθαρη, πλυμένη, «σενιαρισμένη», η Σαλονίκη. Εν καιρώ Μνημονίου με τους ξεσηκωμένους φοιτητές και τον πικραμένο λαό της, γιορτάζει… Ξενιτεμένος χρόνια στο μαγευτικό νησί, την Κρήτη, τα Χανιά-τη δεύτερη αγάπη του, αισθάνεται άβολα στην πόλη που άφησε. Σύντομο το ταξίδι, φευγαλέο, γεμάτο αγαπημένα πρόσωπα που ξεπετιούνται από τις γωνιές καλωσορίζοντάς τον: ο Αργύρης, ο Νίκος, ο Μάκης, ο Κρίτωνας, ο Παντελής, ο Κώστας, ο Χρήστος, ο Αντώνης, ο Θωμάς, ο Γιάννης, η Γιώτα, η Ελένη, η Σοφία, η Αθηνά, η Καίτη, ο Τάκης, ο Παναγιώτης… Πρόσωπα που βυθισμένα στην αχλύ του παρελθόντος αναδύονται από ένα τοπίο ομιχλώδες για να τον προϋπαντήσουν. Η Θεσσαλονίκη παραμένει, όσα χρόνια και να περάσουν, η ατμόσφαιρα των χρόνων της αθωότητας. Το πέρασμα του χρόνου, αμείλικτο ∙ όμως, αφήνει ανέπαφα τα πρόσωπα των παιδικών σου φίλων, όπως τότε που αναγκαστικά τα αποχωρίστηκες: πρόσωπα χαμογελαστά, ανέμελα, αρυτίδωτα, αδάκρυτα…

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

-(1) Φθινόπωρο: Στίχοι, Εβίτα Μπουρμά. Μουσική, Μάνος Ξυδούς, Πρώτη εκτέλεση: Μάνος Ξυδούς.

———————————————————————-


Σχολιάστε