"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

Tα Εγκώμια: μια αξεπέραστη ποίηση…

 

 

 

 

 

 

«Επιτάφιος θρήνος»… (Τα εγκώμια)
[ΨΑΛΟΝΤΑΙ μόνο τη Μεγάλη Παρασκευή. Παραλλαγή τους έχουμε στην Κοίμηση της Θεοτόκου.
Αποδίδονται στο Ρωμανό το Μελωδό, χωρίς αυτό να είναι αποδεδειγμένο.

Όμως το μεγαλείο τους έγκειται στην επιλογή των καταλλήλων θρηνητικών λέξεων που δηλώνουν ότι ο δημιουργός τους θα πρέπει να ήταν μεγάλος ποιητής στην εποχή της σύνθεσής τους. Στ.Γ.Κ.]

ΜΙΚΡΗ Επιλογή στροφών (με σχόλια) από τον «Επιτάφιο Θρήνο»:

Στάσις πρώτη:
- «Δακρυφόρους θρήνους/ επί σε η Αγνή
μητρικώς, ω Ιησού, επιρραίνουσα,/ ανεβόα: πώς κηδεύσω σε, Υιέ;»
(δακρυφόρους ύμνους, ποιητικότατη εικόνα της Παναγίας κλαίουσας)

- Η αμνάς τον άρνα,/ καθορώσα νεκρόν
Ταις αικίσι βαλλομένη ωλόλυζε/ συγκινούσα και το ποίμνιον βοάν.
(φοβερή εικόνα παρμένη από τη φύση και μεταφερόμενη στη «ωλολύζουσα» Παναγία)

- Οίμοι, φως του κόσμου!/ οίμοι φως, το εμόν!
Ιησού μου ποθεινότατε έκραζεν/ η Παρθένος, θρηνωδούσα γοερώς.

(το φως το «εμόν» και το «του κόσμου» που έδυσε-ο θάνατος στην πιο ωραία του μοεφή)

- Τις μοι δώσει ύδωρ/ και δακρύων πηγάς
η Θεόνυμφος Παρθένος εκραύγαζεν,/ ίνα κλαύσω τον γλυκύν μου Ιησούν;

(τα δάκρυα που στερεψαν και δεν υπάρχουν άλλα-και το νερό που τέλειωσε, η ζωή που έφυγε)

Στάσις Δευτέρα:

- Τέτρωμαι δεινώς/ και σπαράττομαι τα σπλάχνα, Λόγε,
στην σφαγήν ορώσα, οίμοι, την άδικον,/ η Παρθένος ανεβόα γοερώς.

(η αιώνια αδικία στην οποία κανείς δεν μπορεί να κάνει κάτι, πλην του γοερού κλάματος)

- Ήλοις Σε Σταυρώ/ πεπαρμένον η Ση Μήτηρ, Λόγε,
κατιδούσα και εν λάκκω βαλλόμενον/ την καρδίαν βέλει βέβληται πικρώ.

(Τα καρφιά της Σταύρωσης γίνονται βέλη που τρυπούν την καρδιά της Παναγίας-Μητέρας0

- Σε τον παντός/ γλυκασμόν η Μήτηρ καθορώσα
Όξος και χολήν ή Μάννα γευόμενον/ πικροίς έβρεχε δακρύοις παρειάς.

(αντίθεση ανάμεσα στη λέξη γλυκασμός-ο Ιησούς- και όξος και χολή –οι Αταυρωτές του.)

- Έκλαιε πικρώς/ η Πανάμωμος Μήτηρ σου, Λόγε
εν τω τάφω Σε γαρ εώρακε/ τον άφραστον και άναρχον Θεόν.

- Νέκρωσιν την σην/ η Πανάφθορος Χριστέ σου Μήτηρ
βλέπουσα πικρώς σοι εφθέγγετο/ μη βραδύνης η ζωή εν τοις νεκροίς.

Στάσις τρίτη:
- Ω γλυκύ μου έαρ,/ γλυκύτατόν μου τέκνον/ πού έδυ σου το κάλλος;
(τα νιάτα, η άνοιξη, ο θάνατος. Ακατανόητα πάντα όταν επισυμβαινει το τελευταίο)
- Θρήνον συνεκίνει/ η Πάναγνός σου Μήτηρ,/ Σου, Λόγε, νεκρωθέντος.
- Η Δάμαλις τον Μόσχον/ εν ξύλω κρεμασθέντα/ ηλάλαζεν ορώσα.
- Ανέκραζεν η Κόρη/ θερμώς δακρυρροούσα/ τα σπλάχνα κεντωμένη.
- Ω φως των οφθαλμών μου/ γλυκύτατόν μου τέκνον/ πώς τάφω νυν καλύπτη;
(Φως=ζωή, τάφος =σκότος. Αιώνιες αντιθέσεις
- Κλαίει και θρηνεί Σε/ η Πάναγνός σου Μήτηρ/ Σωτήρ μου νεκρωθέντα.

(από το Η ελληνική ποίηση ανθολογημένη, τ. Β’, εκδ. Κυψέλη, Αθήνα 1958)

http://www.youtube.com/watch?v=3LEO4fuptzM


Σχολιάστε