"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

Χάρτινοι Κόσμοι

Χάρτινοι κόσμοι* («Χ.Ν.», 2-4-12, Στ.Γ.Κ.)

«…Κι αν σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές
είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα,
κι η φρίκη δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή
γιατί είναι αμίλητη και προχωράει∙ (…)». (1)

ΣΕ ΑΛΛΟΤΙΝΟΥΣ χρόνους, όταν άρχιζαν οι μέρες να έχουν περισσότερο ήλιο, εκεί στο μεταίχμιο άνοιξης και καλοκαιριού που τα μαθήματα πλησίαζαν στο τέλος τους… ∙ ή, το φθινόπωρο που άρχιζε η καινούργια σχολική χρονιά…, βρίσκαμε πάντα ευκαιρία να βυθιστούμε σε ελεύθερες αναγνώσεις του συρμού. Από εικονογραφημένα, συνήθως μικρού σχήματος, βιβλία όπως «Ο Μικρός Ήρως» ή τα «Κλασσικά Εικονογραφημένα», παίρναμε μικρές γεύσεις από τα μεγάλα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας και της… παρα-λογοτεχνίας. Βρίσκαμε βιβλία σε άθλιες εκδόσεις, με φτηνιάρικο χαρτί και προσιτή τιμή αλλά και την ιδιάζουσα βαριά μυρουδιά αποθήκης και υγρασίας που ανέδιδαν. Είχαν όμως τη γοητεία της γραφής.

ΕΚΕΙΝΕΣ οι ταπεινές εκδόσεις, με τα χρώματα και τις ευφάνταστες εικόνες τους, διηγιόντουσαν έναν άλλο κόσμο για μας… Τα ξαναθυμηθήκαμε μπαίνοντας σε ένα παμπάλαιο βιβλιοχαρτοπωλείο (στη Θεσσαλονίκη). Την προσοχή μας τράβηξαν βιβλία, όπως «Το Αγριολούλουδο» του Π. Νιρβάνα, «Η Ξεπάρθενη» της Λιλίκας Νάκου», η «Γκρατσιέλα» του Λαμαρτίνου, «Τα πάθη του νεαρού Βερθέρου» του Γκαίτε: βιβλία σχεδόν διαλυμένα, αλλά γεμάτα «ζόρικες» εφηβικές αναμνήσεις. Βρήκαμε και παλιούς τόμους περιοδικών: «Το Ελληνόπουλο», «Ο Μικρός Εξερευνητής», «Κόσμος, Επιστήμη και Ζωή», «Το Σπίτι του Παιδιού» (Η Παιδόπολις), «η Ζωή του Παιδιού», «η Διάπλασις των Παίδων» κ.ά.: περιοδικά για αγόρια και κορίτσια, χωρίς διάκριση.

ΒΕΒΑΙΑ, μεγαλώνοντας, αγοράζαμε και πιο «σοβαρά» περιοδικά απ΄ τα περίπτερα. Ή, βιβλία που δανειζόμασταν από τη Δημοτική Βιβλιοθήκη, όταν δεν τα βρίσκαμε φθηνά. …Περιοδικά όπως οι «Εικόνες» (της Ελ Βλάχου), η «Φαντασία», το «Ντομινό», ο «Θησαυρός», το «Μπουκέτο», το «Φαντάζιο», το «Ρομάντζο», και βιβλία όπως τα «Βίπερ» του Πουρνάρα είχαν τεράστιες κυκλοφορίες… Και, πριν απαγορευθεί και κατασχεθεί (ως άκρως ανήθικο για την εποχή εκείνη), το αισθησιακού περιεχομένου και επαναστατικό για τα ήθη της εποχής- μικρό σε σχήμα αλλά άψογο ως έκδοση- περιοδικό τσέπης, το «Χτυποκάρδι» που έκανε απίστευτες εκδόσεις και δημιουργούσε χιλιάδες προβλήματα στις οικογένειες!(2)
***
ΣΤΑΘΕΡΗ αξία στις παιδικές αναγνώσεις μας αποτελούσαν ο Ιούλιος Βερν κι ο Κάρολος Ντίκενς: ήταν οι αδιαμφισβήτητα πρώτοι συγγραφείς στις επιλογές μας. Και οι δυο τους δεν έτυχαν της τρομακτικής διαφήμισης του Τόλκιν («Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών»), ούτε της Ρόουλινγκ («Χάρι Πόττερ»), που με τη βοήθεια διεθνών εκδοτικών οίκων και χολιγουντιανού τύπου ταινιών άλωσαν κυριολεκτικά τη φαντασία του σύγχρονου παιδόκοσμου.

Η ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ των βιβλίων του Βερν και του Ντίκενς γινόταν από στόμα σε στόμα: βιβλία όπως το «Ταξίδι στο Κέντρο της Γης», «Από τη Γη στη Σελήνη», «20.000 Λεύγες κάτω από τη Θάλασσα», «Τα Τέκνα του Πλοιάρχου Γκράντ», «Η Μυστηριώδης Νήσος», «Το Αιγαίο στις Φλόγες», «Ο γύρος του κόσμου σε 80 μέρες», «Η Πλωτή Πολιτεία», ή «οι Μεγάλες Προσδοκίες», ο «Όλιβερ Τουίστ», η «Ιστορία δυο πόλεων», ο «Ντέιβιντ Κόπερφιλντ», οι «Χριστουγεννιάτικες Ιστορίες» κ.ά., περνούσαν αστραπιαία από χέρι σε χέρι. Για να τα προλάβουμε, επειδή μας πίεζαν οι… επόμενοι αναγνώστες τους, θυσιάζαμε νύχτες και μαθήματα: τα διαβάζαμε και εν ώρα μαθήματος!

Ο ΒΕΡΝ κι ο Ντίκενς ήταν μοναδικοί στο να μας ταξιδεύουν νοερά σε άλλους τόπους, χρόνους και κόσμους. Με τους ωραίους ανθρώπινους χαρακτήρες τους, μας έμπαζαν σε αγωνιώδεις περιπέτειες προσφέροντάς μας ταυτόχρονα απίθανες και σπάνιες επιστημονικές ή κοινωνικοπολιτικές γνώσεις. Ο Ντίκενς ήταν ο γοητευτικός αφηγητής της εναλλαγής των ανθρώπινων αισθημάτων στη βικτοριανή εποχή. Ο Βερν, αν κι ο ίδιος δεν ταξίδεψε ποτέ, μας παρείχε σπάνιες, πλούσιες και έγκυρες πληροφορίες για τον κόσμο.
ΑΙΣΘΑΝΟΜΑΣΤΑΝ μερικούς ξένους συγγραφείς (Βικτόρ Ουγκό, Αλ. Δουμάς, Ουόλτερ Σκοτ, Κ. Ντίκενς, Ντ. Ντεφόε, Στ. Τσβάιχ, Α. Κρόνιν, Μολιέρος, Σέξπηρ, Βερν κ.ά.) τόσο οικείους που τους θεωρούσαμε Έλληνες. (…)
Ναι! Επιθυμούσαμε τη «φυγή» όσο τίποτε άλλο στη ζωή μας, τότε. Ο πόνος, το αίμα, η πίκρα, η ορφάνια, ο άγριος αδελφοκτόνος πόλεμος (ο εμφύλιος), η φτώχεια, η ακρίβεια με τις συνεχείς κρίσεις…, όλα αυτά είχαν αφήσει πολλά ψυχοσωματικά τραύματα. Γι αυτό θέλαμε να απαλύνουμε τη «σκοτεινάγρα» της ζωής μας υιοθετώντας το όνειρο, τη φαντασία, το «ταξίδι». Χρήματα δεν υπήρχαν ούτε καν για τα στοιχειώδη. Προτιμούσαμε όμως, ας πούμε να μη φάμε παρά να στερηθούμε έναν «Τομ Σώγερ» του Μάρκ Τουέιν!

ΟΝΕΙΡΕΥΟΜΑΣΤΑΝ να γίνουμε όμοιοι με τους ήρωές μας: «ναύκληροι» ή λοστρόμοι, να «πέσουμε» ναυαγοί σε κάποια ξέρα σαν τον «Ροβινσώνα Κρούσο», να ακολουθήσουμε τον «Δεκαπενταετή Πλοίαρχο» στην αναζήτηση του πατέρα του, να ζήσουμε το παραμύθι του «Πρίγκιπα και του Φτωχού», να μπούμε ως «Σωματοφύλακες» στην αυλή του ραδιούργου Ρισελιέ… Θέλαμε να γίνουμε εφευρέτες ή εξερευνητές (όπως ο Λίβινγκστον ή ο Στάνλεϋ), αρχαιολόγοι ή γιατροί (όπως ο Άλμπερτ Σβάιτσερ), δάσκαλοι ή επιστήμονες, όπως ο Τόμας Έντισον, η Μαντάμ Κιουρί ή ο Αϊνστάιν… Θέλαμε να γίνουμε τα πάντα μαθαίνοντας τα πάντα. Να σώσουμε (!) τον κόσμο από άδικους πολέμους, αρρώστιες, φτώχειες, δυστυχίες. Τουλάχιστον, αυτά μας «δίδασκαν» έμμεσα από τις σελίδες τους όλοι εκείνοι οι παιδικοί χάρτινοι φίλοι.
***
ΤΟΥΣ ΒΡΟΧΕΡΟΥΣ χειμώνες, δίπλα στη ξυλόσομπα και τη λάμπα πετρελαίου, ή το χαμηλό ηλεκτρικό φως, φανταζόμασταν πως γινόμασταν ξωτικά, καλικάντζαροι ή αερικά. Τρυπώναμε, λέει, στο κέντρο της γης για να ροκανίσουμε το δέντρο που τη στήριζε εξαφανίζοντας, έτσι νομίζαμε, την κακία του κόσμου. Ξαναζούσαμε τις «Χριστουγεννιάτικες Ιστορίες» του Καρόλου Ντίκενς, «Το Κοριτσάκι με τα σπίρτα» του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, τον «Ευτυχισμένο Πρίγκιπα» του Όσκαρ Γουάϊλντ, τους «Μύθους του Αισώπου», τις δακρύβρεκτες εξιστορήσεις του Έκτορα Μαλό, ή τις ιστορίες της Δύσης του Τζακ Λόντον! Αγαπούσαμε ιδιαίτερα τα βιβλία της Π. Δέλτα, αλλά και του Μενέλαου Λουντέμη, τα παιδικά του Ν. Καζαντζάκη, τα διηγήματα του Αλ. Παπαδιαμάντη, του Α. Καρκαβίτσα… Όχι! Την ποίηση δεν την πολυσυμπαθούσαμε…

ΑΡΓΟΤΕΡΑ, στην εφηβεία μας, μας συντρόφεψαν η «Αργώ» του Θεοτοκά, η «Eroica» του Κοσμά Πολίτη, ο «Μεγάλος Μώλν» του Αλαίν Φουρνιέ, αλλά και τα «Άγουρα Χρόνια» του Κρόνιν, ο Τσβάιχ κι ο Πιραντέλο. Και ποιος, άραγε, δεν δάκρυσε με τα παραλογοτεχνικά «κοινωνικά» δράματα της Αναγνώστου Μπουκουβάλα (στα λαϊκά περιοδικά της εποχής), ή δεν αναστατώθηκε με τις «καυτές» αισθηματικές ξένες ιστορίες των φτηνών εκδόσεων «Δαρεμά»;

…ΟΛΑ ΑΥΤΑ, και πολλά-πολλά άλλα, αποτελούσαν έναν πολύ γλυκόπικρο εσωτερικό μικρόκοσμο. Ήταν ένα ισχυρό αντίδοτο στη σκληρότητα του έξω κόσμου, για την παιδική μας ηλικία… Έ, λοιπόν, εκείνοι οι «χάρτινοι» μικρόκοσμοι, με τις αρχές και τις αξίες που μετέφεραν, συνετέλεσαν καλώς ή κακώς στη διαμόρφωση του ψυχισμού πολλών μετέπειτα γενεών…

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
-(1) Γ. Σεφέρης, Ποιήματα, Τελευταίος σταθμός, σελ. 215, Ίκαρος, 1976.
-(2) Το πρώτο τεύχος του αισθησιακού περιοδικού «Χτυποκάρδι» εμφανίστηκε στα 1957. Κυκλοφορούσε κάθε Τετάρτη με 84 σελίδες σε τετραχρωμία! Εκδιδόταν στην Αθήνα από τον γνωστό εκδοτικό οίκο «Σαλίβερου» (που τύπωνε κυρίως βιβλία… θρησκευτικού περιεχομένου). Το περιοδικό κυκλοφόρησε μόνο ένα χρόνο (1957-1958), λόγω των αλλεπάλληλων δικαστικών αποφάσεων εις βάρος του.
* Με αφορμή τη σημερινή μέρα για το παιδικό βιβλίο. (Στ.Γ.Κ.)


Σχολιάστε