"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

Kρήτη: ένας διαχρονικός έρωτας

 

 

 

 

ΜΙΑ ΖΩΗ, ΕΝΑ ΝΗΣΙ… (όπως δημοσιεύτηκε στα «Χ.Ν.», 5-12-11,  Στ.Γ. Κ.)

(Αφήγηση εξομολογητική, σε πρώτο πρόσωπο) (1)

  • “Η Κρήτη δεν είναι  όραμα δεν είν΄ μόνο πατρίδα

είναι σαν το συναίσθημα που φέρνει την ελπίδα.”

«…ΠΡΩΤΑΚΟΥΣΑ το όνομα του Νησιού στα μικράτα μου. Τέλη δεκαετίας του ’50, όντας στο Δημοτικό, ο δάσκαλός μας, κοντά σε Γεωγραφία, Γλώσσα, Ιστορία κ.λπ., μας μάθαινε στις εθνικές «γιορτάδες» τον «πεντοζάλη» και τους άλλους  χορούς: τσάμικο, καλαματιανό, ποντιακό, ηπειρώτικο, θρακιώτικο… Εξάλλου, στο Αναγνωστήριο-Λέσχη που είχαμε στην Παιδόπολη «Καλή Παναγιά», στη Βέροια, υπήρχε ένας πολύ μεγάλος χάρτης (έτσι φάνταζε στα μάτια μας) στον τοίχο, όπου πρωτοαντίκρισα τη μορφή του Ελευθερίου Βενιζέλου: ήταν ο χάρτης της Μεγάλης Ελλάδας «των πέντε θαλασσών και των 2 ηπείρων» καθώς μας έλεγε ο δάσκαλος…

«ΜΟΥ είχε μιλήσει η Πόντια μάνα μου για το Βενιζέλο. Τον είχε κι αυτή ακουστά από παιδάκι, κυνηγημένη από τους Τούρκους στα βουνά της Πάφρας τη χρονιά του μεγάλου ξεριζωμού από τον τόπο της. Έτρεφε ένα θαυμασμό γι αυτόν, χωρίς να γνωρίζει πολλά όντας μικρό κοριτσάκι τότε (1923)… Αργότερα, στις υπώρειες του Βερμίου, στη φιλόξενη αγκαλιά της «Καλής Παναγιάς», ορφανά του Πολέμου και θύματα του Εμφυλίου (1947-1949) προσπαθούσαμε να επουλώσουμε όπως-όπως τα δικά μας παιδικά «τραύματα». Δεν μπορούσαμε τότε να ξεκρίνουμε με ποιον ήταν το δίκιο, με ποιον το άδικο. Μετρούσαμε μόνο νεκρούς… Κι εγώ είχα από τη μεριά μας πέντε!

«ΘΥΜΑΜΑΙ, λοιπόν, πως η ομαδάρχισσά μας, μια τροφαντή φαρινένια κοπέλα, με ωραία σμαραγδένια μάτια και αγγελικό πρόσωπο, η κα Χρύσα Κ. (καταγόταν «από  την Κάντανο τση Κρήτης») μας μίλησε μια μέρα για τη «μεγάλη συφορά» της: την καταστροφή του τόπου της από τους Γερμανούς… Το όνομα χαράχτηκε στο μυαλό με τις  περιγραφές που μας έκανε για το νησί της. Τις ξαναβρήκαμε αργότερα στη λογοτεχνία (2). Την ακούγαμε με δέος να «ιστορεί» τα «πάθη» των Κρητών συντοπιτών της… Ναι, ήταν κι άλλοι κοντά σ΄ εμάς που είχαν  προβλήματα απ΄ τον πόλεμο… Ίσως πιο τρομερά.

«ΕΝΑ ανεξήγητο «γιατί;» είχε από τότε χαραχθεί στη σκέψη μας σκεπάζοντας, σαν μαύρο πέπλο, τα όνειρά μας. Όταν, βέβαια, μπορούσαμε να ονειρευτούμε! Τα  ανάποδα του κόσμου, όμως, φαίνεται δεν τελειώνουν αφού και τώρα δεν υπάρχουν όνειρα για τα παιδιά.

«ΜΕΓΑΛΩΣΑΜΕ…, πήγαμε στο Γυμνάσιο, στη Θεσσαλονίκη. Στην πρώτη κιόλας τάξη ο Φιλόλογός μάς μίλησε για τον έρωτα και τα πάθη του Ρώκριτου και της Αρετούσας. Μας έλεγε, μεταξύ άλλων στίχων που δεν πολυκαταλαβαίναμε και τους παρακάτω:

«… Και βγάνει απ’ το δακτύλι της όμορφο δακτυλίδι,

με δάκρυα κι αναστεναμούς του Pώκριτου το δίνει…»,

για να μας διδάξει την παρήχηση (τη συσσώρευση του γράμματος δ σε δυο μόνο στίχους)…

«Ο ΑΛΛΟΣ μεγάλος Κρητικός, ο Ν. Καζαντζάκης ήταν απαγορευμένος συγγραφέας! Τον διαβάζαμε κρυφά θαυμάζοντας  το χείμαρρο των περιγραφών, την ποικιλομορφία των γνώσεών του, το εκπληκτικό πλάσιμο των λέξεων… Λάτρευα τα ταξιδιωτικά του. Δανειζόμασταν βιβλία του από τη ΧΑΝΘ, όπου στεγαζόταν τότε η Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης. Οι καθηγητές δεν μας τον συνιστούσαν, επειδή ήταν αριστερών πεποιθήσεων. Ίσως και να φοβόντουσαν τη μαύρη δεξιά…  Πλην, βέβαια, του Θεολόγου μας: ενός ηλικιωμένου Κρητικού που αγαπούσαμε και σεβόμασταν. Μας μιλούσε για το έργο του Ν.Κ. ευκαιριακά…

«ΑΣΥΝΑΙΣΘΗΤΑ είχαμε μάθει να αγαπούμε ό,τι ήταν Κρητικό. Κι όταν στα 1957, μικροί μαθητές ακόμη διαβάσαμε στις εφημερίδες για το θάνατο του μεγάλου Καστρινού πειράζοντας τον θεολόγο μας του είπαμε «… μα, αυτόν τον «αφορεσμένο», τον κομμουνιστή, κύριε καθηγητά, υποστηρίζετε;», αυτός άναψε και κόρωσε: «-Ποιος τα λέει αυτά;» είπε. Και πρόσθεσε: «-Ο Καζαντζάκης ήταν πιο Χριστιανός από όλους μας!». Και για του λόγου το αληθές,  μας αφηγήθηκε τον ωραίο καζαντζακικό μύθο της αμυγδαλιάς που άνθισε, όταν της ζήτησε ο σοφός να της μιλήσει για το Θεό…

***

«ΣΤΗ Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του 1960 υπήρχαν πολλοί Κρήτες φοιτητές. Συγκατοικώντας με αρκετούς έμαθα τη νοοτροπία και τα γούστα τους… Στη δε Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου είχαμε την τύχη να έχουμε δασκάλους, στον μεν αριστουργηματικό «Ερωτόκριτο» τον Λίνο Πολίτη, στη δε Αναγεννησιακή Κρητική Λογοτεχνία τον Εμμανουήλ Κριαρά. Η μεσαιωνική κρητική διάλεκτος («Ερωτόκριτος», «Θυσία του Αβραάμ», «Ερωφίλη» κ.ά.) με την οποία πρώτη φορά ερχόμασταν σε επαφή, μας φαινόταν δυσκολονόητη, αλλά υπέροχα γοητευτική. Ήταν κι οι δάσκαλοί μας –Πολίτης, Κριαράς, Μανούσακας κ.ά.- που μας έκαναν να την απολαμβάνουμε…

«ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ που με συγκλόνισε- για το πρωτόγνωρο πάθος για την Κρήτη και το ριζίτικο τραγούδι- ήταν όταν άκουσα σε μια διάλεξη στη Φιλοσοφική Σχολή τον Ελβετό εθνομουσικολόγο, νεοελληνιστή και συγγραφέα Samuel Baud-Bovy, να μας τραγουδάει με τη λεπτή φωνή του στα… κρητικά παλιά ριζίτικα των Μαδαρών! Ήταν σαν να είχα κατεβεί στην Κρήτη και περπατούσα στις «στράτες» των Μουσούρων τραγουδώντας κι εγώ μαζί του! Έμεινα άναυδος… Όχι τόσο για το τόλμημα, όσο για την αγάπη που έδειχνε ο ξένος για την Κρήτη… Ήταν μια «συνάντηση» καταλυτική… Τότε διάβασα τον «Καπετάν Μιχάλη», ενώ πηγαίνοντας στη Γαλλία με συντρόφεψε το βιβλίο  «Zorbas le Grec» (=Βίος και Πολιτεία του Ζορμπά)! Η μουσική του Μίκη Θεοδωράκη εξάλλου, της ίδιας δεκαετίας (1960), υπήρξε άλλο ένα στοιχείο προσέγγισής μου με την Κρήτη –που αν και ποτέ δεν την είχα επισκεφθεί, τη «ζούσα» νοερά ονειρευόμενος.

… «Ο ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ στο Γυμνάσιο της Σύμης (Δωδεκανήσου), η γνωριμία μου με Κρητικιά συνάδελφο, Φιλόλογο, η συμπόρευση κι ο γάμος στη Θεσσαλονίκη, η γέννηση του πρώτου παιδιού, οι μεγάλες δυσκολίες, η αναγκαστική μετάθεση στα Χανιά…, η δύσκολη προσαρμογή και τα μετέπειτα, αποτελούν μια άλλη ιστορία.

… «ΣΤΗ ζωή του καθενός έρχονται στιγμές που λέει το μεγάλο ναι, οπότε η ζωή του αλλάζει ανάλογα. Ή, παραμένει στα όχι του, με τις αντίστοιχες συνέπειες. Ναι, η ζωή δεν είναι τίποτε άλλο παρά το άθροισμα των επιλογών μας. Η τύχη έχει το μερτικό της, αλλά την τελική απόφαση στα μεγάλα «σταυροδρόμια» την παίρνουμε εμείς… Μια τέτοια απόφαση για μένα ήταν η Κρήτη… Ίσως, η πιο συναρπαστική της ζωής μου, ίσως η πιο ερωτική. Επειδή, όπως λέει κι ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, «άλλος κόσμος η Κρήτη»! (Στ.Γ.Κ.)

Σημείωση:

-(1)προσωπική αφήγηση γίνεται με τη συμπλήρωση 33 χρόνων ζωής στο νησί.

-(2) «Τόσο αλλόκοτο, τόσο βασανισμένο και τόσο μαγευτικό είναι τούτο το μεγάλο νησί, το στενόμακρο, το κατακερματισμένο, με τις απότομες ακροθαλασσιές και τις γλυκές αμμουδιές, με τα περήφανα βουνά, τ΄ ανυπόταχτα, με τις μαλακές κοιλάδες, τα δεντροπερίβολα, τ΄ αμπέλια και τα χωράφια, με την άφθονη παράδοση και την Ιστορία, που καθώς η φουσκοθαλασσιά κατακλύζει τους αιώνες, με την αγριάδα και την αγιοσύνη, με την αποκοτιά και τη φρόνιμη σκέψη, με τ΄ ορθάνοιχτο μάτι και το γοργό φτεροκόπημα – παρόμοιο με αγριοπερίστερο, που ταξιδεύει στο κύμα, πρασινωπό και σταχτί και χρυσό και γαλάζιο, αφήνοντας πίσω του ένα ρυάκι κοκκινόμαυρο αίμα. Άλλος κόσμος η Κρήτη». (Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, «Όταν συλλογιέμαι την Κρήτη», 1966 Περιοδικό «ΗΩΣ», επετειακό τεύχος για την Κρήτη)

 


Σχολιάστε