"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

Ειδήσεις από το παρελθόν (Αντ. Βενέτης)

 

 

 

 

Ο Χρ. Χρηστοβασίλης στη Μονή Ντοσκόϊ της Μόσχας

Το 1894 διαδέχεται τον πατέρα του Αλέξανδρο Γ’ στο θρόνο των Τσάρων, ο γιος του Νικόλαος ο Β΄, ο οποίος την ίδια χρονιά παντρεύεται την Γερμανίδα πριγκήπισσα Αλίκη της Έσσης, η οποία ασπάζεται το ορθόδοξο δόγμα και μετονομάζεται σε Αλεξάνδρα.

Τον Μάϊο του 1896, στη Μόσχα, ο Νικόλαος στέφεται Τσάρος πασών των Ρωσιών, κατά το μεγαλοπρεπές βυζαντινό τυπικό. Ως γνωστόν παραιτείται τον Μάρτιο του 1917, και τον Ιούλιο του 1918 εκτελείται μαζί με την σύζυγό του και τα πέντε παιδιά τους από τους Μπολσεβίκους. Πολύ αργότερα η ορθόδοξη εκκλησία της Ρωσίας αγιοποίησε το τραγικό ζευγάρι, Νικόλαο και Αλεξάνδρα. Έτσι ο Νικόλαος ο Β΄υπήρξε ο τελευταίος Τσάρος της δυναστείας των Ρομανώφ και της Ρωσικής αυτοκρατορίας.

Ο μοναδικός Ελληνας δημοσιογράφος, ο οποίος μετέβη στην Μόσχα και παρηκολούθησε όλες τις εορταστικές εκδηλώσεις της στέψης ήταν ο Ηπειρώτης λογοτέχνης Χρήστος Χρηστοβασίλης (1861 – 1937), απεσταλμένος της αθηναϊκής Εφημερίδας «Ακρόπολις».

Μετά το πέρας των εορταστικών εκδηλώσεων, γράφει ο Χ. Χρηστοβασίλης στην εβδομαδιαία Εφημερίδα «Φωνή της Ηπείρου», η οποία εξεδίδετο από τον Γ. Γάγαρη, στην Αθήνα, και στο φύλλο αυτής, της 17.6.1896: «…απεφάσισα να μεταβώ εις την μεγάλην Μονή Δονσκόη, ίνα επισκεφθώ τους εσαεί ξενιτεμένους τάφους των μεγάλων Ευεργετών του έθνους μας Θεοδόση και Ζώη Ζωσιμάδων, Αναστασίου και Γεωργίου Χατζικώστα και Ματθαίου Ριζάρη. Αλλά ανέπτυξα και άλλας «νεκρικάς γνωριμίας» και σημειώνει περαιτέρω ο γνωστός λογοτέχνης: «Το Δόνσκοη είναι μια των ωραιοτέρων και μεγαλειτέρων μονών της Μόσχας». Το κείμενο του Χ. Χρηστοβασίλη είναι λίαν εκτεταμένο, γι’ αυτό και το περιορίζω «εις τας άλλας νεκρικάς γνωριμίας»: «Παραπλεύρως του τάφου Ριζάρη υψούτο η επιτύμβιος στήλη του Ιωαννίτου, Ιωάννου Μπουμπούκη αποθανόντος τη 23 Αυγούστου του έτους 1824, και ολίγον δυτικότερα, ητοι μεταξύ των τάφων, Ριζάρη και Ζωσιμαδών, ο τάφος νεαρής κόρης, ονομαζομένης Ελένη και καταγόμενης εκ Μετσόβου, δυτικώς δε των τάφων των Ζωσιμάδων και των αδελφών Γοργόλη, Γεωργίου (+20 Ιανουαρίου 1811) και Αναστασίου (+14 Δεκεμβρίου 1831) υπάρχει σωρεία επιτυμβίων στηλών ανηκουσών εις τάφους της εξ Ιωαννίνων οικογενείας Μπούμπα. Μια επιγραφή με συνεκίνησε. Έχει ως εξής: «Ενταύθα κείται η παρθένος Αλεξάνδρα, θυγάτηρ Αναστασίου Μπούμπα, γεννηθείσα το 1820 και αποβιώσασα τη 1η Νοεμβρίου 1847».

«Θεέ μου! Ανάπαυσον την ψυχήν της δούλης σου!»

Η τόσον εκφραστική αύτη προς τον θεόν επίκλησης μου εφάνη ως η φωνή της υπό την στήλην εκείνην κειμένης νεκράς.

Ηγέρθην και αποχαιρετήσας όλην εκείνην την έξοχον χορείαν των μεγάλων συμπατριωτών μου, δια θερμοτάτων δακρύων…»

Σκέφτομαι ότι για την νεαρή Αλεξάνδα, που δεν έζησε το γήϊνο μερτικό της, πόσο της ταιριάζουν οι στίχοι του ποιητή της διασποράς, που μεταφέρω εδώ, ελαφρώς παραλαγμένους.

«Χάσαμε όμως το πιό τίμιο – την μορφή της»

Έτσι όμως μπορούμε να την φαντασθούμε σαν τον ποιητή.

«Α, να, ήρθες εσύ με την αόριστη γοητεία σου

…………………………………………………

κι έτσι πιο ελεύθερα σ’ έπλασα μες το νου μου.

Σ’ έπλασα ωραία και αισθηματική.

Η τέχνη μου στο πρόσωπό σου δίνει

μια ονειρώδη συμπαθητική ομορφιά»

Γι’ αυτή την νεαρή κόρη, που «Είκοσι επτά χρονώ , στην Μόσχα πέθανε» που συγκίνησε τόσο πολύ τον Χριστοβασίλη, με την κραυγή από τον τάφο της, αισθάνομαι κι εγώ γράφοντας αυτές τις γραμμές, για μια στιγμή, σαν τον Αλεξανδρινό, όταν χάραζε τους παρακάτω στίχους στο ποίημά του Καισαρίων, τους οποίους μεταφέρω και πάλιν, ελαφρώς παραλλαγμένους.

«Και τόσο πλήρως σε φαντάσθηκα,

…………………………………….

εθάρεψα που μπήκες μες την κάμαρά μου,

με φάνηκε που εμπρός μου στάθηκες· ως θα ήσουν

μες στη χιονισμένη και παγωμένη Μόσχα,

χλωμή και κουρασμένη, ιδεώδης εν τη λύπη σου».

 

Αντώνης Ν. Βενέτης,

Μοναστηράκι Δωρίδος

 

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ ιστοσελίδας:

ΧΡΗΣΤΟΣ ΧΡΗΣΤΟΒΑΣΙΛΗΣ (1861-1937).

Ο Χρήστος Χρηστοβασίλης γεννήθηκε στο Σουλόπουλο Καλαμά της Ηπείρου, γιος του εύπορου κτηματία Αναστάσιου Βασιλείου.Παππούς του ήταν ο Χρήστος Βασιλείου (από όπου το ψευδώνυμο του λογοτέχνη),άρχοντας του Σουλόπουλου τον 19ο αιώνα. Η ακριβής χρονολογία γέννησής του δεν είναι γνωστή, τοποθετείται από τους μελετητές γύρω στο 1860. Τα πρώτα γράμματα έμαθε στο Σχολαρχείο Ξάνθης και συνέχισε με τη βοήθεια του θείου του Σπυράκη Βασιλείου ως μαθητής στην Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης. Το 1875 συνελήφθη από τις Τουρκικές Αρχές με αφορμή την Ανατολική κρίση και οδηγήθηκε ως όμηρος στην Κωνσταντινούπολη. Μετά από τρία χρόνια σπουδών στο εκεί Αυτοκρατορικό Λύκειο δραπέτευσε και έφυγε για την Κέρκυρα, από όπου πέρασε στην Ήπειρο, πήρε μέρος σε συμπλοκή εναντίον των Τούρκων στους Αγίους Σαράντα, αιχμαλωτίστηκε και εξορίστηκε στα Τρίκαλα. Εκεί εργάστηκε ως γραμματέας του θείου του Σπυράκη Βασιλείου επιστάτη στα κτήματα του Χρηστάκη Ζωγράφου. Το 1882 επέστρεψε στη γενέτειρά του, κατόπιν όμως νέας συμμετοχής του σε επαναστατικά κινήματα καταδικάστηκε σε θάνατο. Δραπέτευσε και επέστρεψε στη Θεσσαλία. Στα Τρίκαλα χαιρέτησε την είσοδο του ελληνικού στρατού στη Θεσσαλία με το μακροσκελές ποίημα Στ’ αδέρφια μας, ενέργεια που πλήρωσε με ολιγοήμερη φυλάκιση στη Ζίτσα, όπου πήγε για να παντρευτεί τη Σιάνα Παπασταύρου. Από το 1885 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Εκεί πραγματοποίησε την επίσημη εμφάνισή του στη λογοτεχνία με το διήγημα Η καλύτερή μου αρχιχρονιά που βραβεύτηκε στο διαγωνισμό της Ακρόπολης του Γαβριηλίδη. Στην ίδια εφημερίδα εργάστηκε από το 1889, δημοσιεύοντας διηγήματα και πολιτικά άρθρα (ως ανταποκριτής στη Ρωσία, τη Βουλγαρία και αλλού). Το 1896 παντρεύτηκε ξανά, αυτή τη φορά με την Αλεξάνδρα Γιώτη από το Καρπενήσι. Το 1899 ξεκίνησε η συνεργασία του με την Εταιρεία του Ελληνισμού του Νικόλαου Καζάζη, από τη θέση του διευθυντή και στη συνέχεια δημοσίευσε πραγματείες στο περιοδικό της Εταιρείας (ομώνυμό της) με το ψευδώνυμο Ζευς Δωδωναίος. Μια από τις πραγματείες αυτές είχε τίτλο Εθνικά Άσματα 1453-1821 και στάθηκε αφορμή διαφωνίας του με το Νικόλαο Πολίτη. Τελικά αποχώρησε από την Εταιρεία το 1909 και έφυγε για τη Σμύρνη, όπου βρισκόταν ο θείος του Σπυράκης. Το 1913 επέστρεψε στην Αθήνα, χαιρέτησε την απελευθέρωση των Ιωαννίνων με το ποίημα Τα ελευθερωμένα Γιάννινα από την Ακρόπολη και έφυγε για τη γενέτειρά του, όπου εξέδωσε την εφημερίδα Ελευθερία και συμμετείχε στους πολιτικούς αγώνες γύρω από το Βορειοηπειρωτικό ζήτημα. Για τη δράση του εκτοπίστηκε στη Νάξο του 1917. Τότε (1916-1919) τοποθετείται η συγγραφή των Διηγημάτων του Μικρού Σκολειού. Εκλέχτηκε βουλευτής Ιωαννίνων το 1926 και το 1935 με το Λαϊκό Κόμμα και από το 1923 ως το θάνατό του διηύθυνε την έκδοση του περιοδικού Ηπειρωτικά Φύλλα .Λίγο πριν το θάνατό του επισκέφτηκε ξανά την Αθήνα, όπου έλαβε βραβείο για το λογοτεχνικό του έργο από το Υπουργείο Παιδείας και τιμήθηκε με το χρυσό Σταυρό του Σωτήρα για την πατριωτική του δράση. Η έκταση του έργου του Χρηστοβασίλη (λαογραφικού, ιστορικού , διηγηματογραφικού, πεζογραφικού , ποιητικού, γλωσσικού, δραματικού, μεταφραστικού) είναι τεράστια και μεγάλο μέρος της βρίσκεται σε εφημερίδες και περιοδικά της εποχής. Το λογοτεχνικό έργο του είναι κυρίως ηθογραφικό και λαογραφικό, γραμμένο στη δημοτική και με κυρίαρχη την παρουσία ειδυλλιακών και φυσιολατρικών στοιχείων, καθώς επίσης στοιχείων επιτηδευμένης και σκόπιμα «απλής και αφελούς» γραφής. Η σύγχρονη κριτική επικεντρώνει το ενδιαφέρον της στην ψυχογραφική διάσταση του έργου του Χρηστοβασίλη και στη μεγαλοπρέπεια των περιγραφών του επαρχιακού τοπίου. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Χρήστου Χρηστοβασίλη βλ. Άγρας Τέλλος, «Χρηστοβασίλης Χρήστος», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια 24. Αθήνα, Πυρσός, 1934, Χρυσογέλου – Κατσή Άννα, «Χρήστος Χρηστοβασίλης», Η παλαιότερη πεζογραφία μας · Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο Η’ · 1880-1900, σ.286-337. Αθήνα, Σοκόλης, 1997 και χ.σ., «Χρηστοβασίλης Χρήστος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 9β. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1988.
(Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

—————————-

 


Σχολιάστε