"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

Μια ζωή…

 

 

 

 

ΜΙΑ ΖΩΗ ΕΝ ΠΕΡΙΛΗΨΕΙ

«Γνώρισα εξ ακοής το μέταλλο του εμφυλίου πολέμου (όπως ο Σατωβριάνδος το Βατερλό, όπως ο Διονύσιος Σολωμός το Μεσολόγγι), τότε που η χλαπαταγή των ανταρτών (1946-1947) μαύριζε τα μακεδονικά χωριά.

Ένοιωσα τον πόνο και το αίμα στο βλέμμα απόγνωσης της πάντα μαυροφορεμένης μάνας μου. Έζησα το κυνηγητό, τον τρόμο και την προσφυγιά του συμμοριτοπόλεμου.

Έζησα και ζω τον απόηχο του θανάτου πολύ στενών συγγενικών προσώπων.

Αισθάνθηκα την πείνα να θερίζει το μικρό μου σώμα και έτρεχα πεντάχρονο παιδάκι με ένα τενεκεδάκι στο χέρι, πίσω από τα εγγλέζικα τζέιμς για λίγη σκόνη γάλα.

Πέρασα κακουχίες με τις υποχρεωτικές μετακινήσεις και τους διωγμούς από τους αντάρτες.

Κράτησα άσβηστες εικόνες από τον επάρατο εμφύλιο, αλλά και πάρα πολλές  ευλογημένες από τη ζωή στις Παιδοπόλεις στις οποίες έζησα 14 ολόκληρα χρόνια (1947-1961).

 

 


 

Συμμετείχα ως πρωτοετής φοιτητής στην περίφημη γενιά του 114 και τους αγώνες της.

Σάρκασα τη δικτατορία των συνταγματαρχών (γράφοντας στα «Επίκαιρα» ή φέρνοντας απαγορευμένους δίκσους του Μ. Θεοδωράκη από τη Γαλλία)

Βρέθηκα και συμμετείχα στα Κυπριακά γεγονότα του 67-68 και την προδοσία του νησιού από τη χούντα.

Έζησα τον απόηχο του Πολυτεχνείου στη Θεσσαλονίκη.

Απόλαυσα τα αγαθά της μεταπολίτευσης και τα πολύ άσχημα της κρίσης…

Παντρεύτηκα μια χρυσή γυναίκα, τη Χριστίνη. Αποκτήσαμε δυο υπέροχα παιδιά, τον Παναγιώτη και το Μανόλη. Δίδαξα για 36 χρόνια στη Μ.Ε. ως καθηγητής Ξ.Γ., στα Δωδεκάνησα, το Κιλκίς και τα Χανιά.

Υπήρξα για 6 χρόνια υπεύθυνος στο ΚΕΣΥΠ Χανίων (1998-2004). Αρθρογράφησα -και αρθρογραφώ- στην τοπική εφημερίδα (Χ.ν.),  συνεργάστηκα με περιοδικά και έγραψα λίγη ποίηση καθώς κι ένα βιβλίο για τους νέους σε επιστολική μορφή. Το βιβλίο μεταφράστηκε στα γαλλικά.

Συμμετείχα σε συνέδρια και επιστημονικές ημερίδες, σε Ελλάδα και Γαλλία κ.λπ.

Πορεύτηκα κι εγώ, όπως και τόσοι άλλοι  μέσα από πολλά και πυκνά γεγονότα λές και περνούσα ανάμεσα από τις σταγόνες μιας βροχής, της βροχής της ιστορίας, που έλουζε κάθε λίγο και λιγάκι τη γενιά μου.

Μιας γενιάς που πολλά «τράβηξε», πολλά αξιώθηκε να κάνει ή να μη κάνει, αλλά δεν έπληξε ποτέ της» (Στ.Γ.Κ.)

 


Σχολιάστε