"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

Το πέρασμα… (Χ.ν., 8-4-19)

 

 

 

 

ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ…

ΣΕ ΠΟΛΛΟΥΣ από μας, τους κάπως μεγάλους,  η παιδική ηλικία με τα συγκλονιστικά γεγονότα της (αποκορύφωση εμφυλίου, Παιδοπόλεις (Ελλάδα), Παιδομάζωμα (Bαλκανικές  χώρες-Σοβιέτ), έλλειψη βασικών αγαθών, ερήμωση υπαίθρου, ερειπωμένα χωριά, κατατρεγμός, αγώνας επιβίωσης, ελλιπής μόρφωση…) αποτελεί ξεχωριστή καμπή στη ζωή: αποφασιστική στη διαμόρφωση του μετέπειτα χαρακτήρα μας αλλά και του modus vivendi μας…

KAI για τους άλλους  που είχαν πιο ομαλά παιδικά χρόνια, «μόνη πατρίδα» παραμένει η παιδική ηλικία, ίσως λιγότερο φορτισμένη. Tα παιδικά χρόνια με το κοινό παρελθόν, την ειλικρίνεια των σχέσεων, την αθωότητα και την εμπιστοσύνη στις φιλίες, τα αγνά συναισθήματα, τα οράματα και τις «υποσχέσεις» για το μέλλον…, αποτελούν έναν κοινό παρονομαστή που δεν ξαναδημιουργείται. Όπως λέγεται, «παλιές νέες φιλίες» δεν ξαναφτιάχνονται!  Έτσι, αυτή, «Η Άλλη Χώρα» (η παιδικότητά μας) αποκτά  μια υπόσταση άυλη, μεταξύ μύθου και πραγματικότητας, εξιδανίκευσης προσώπων και γεγονότων, ονείρου και πόνου. Είναι μια «χώρα» προσωπική: δεν «πωλείται», ούτε κληροδοτείται. Αποτελεί ένα  άβατο στο οποίο εισέρχονται μόνο οι «μυημένοι» συνταξιδιώτες εκείνων των χρόνων…

 

ΔΕΝ είναι διόλου τυχαίο που πολλοί συγγραφείς, αυτοβιογραφούμενοι ή καλυπτόμενοι πίσω από τους ήρωές τους, μας δίνουν αξεπέραστες περιγραφές της παιδικής τους ηλικίας, του περιγύρου και των αναγνώσεών τους, των εμπειριών και φαντασιώσεών τους. Όλοι τους  (Π. Δέλτα, Κάρολος Ντίκενς, Μαξίμ Γκόρκι, Αλέν Φουρνιέ, Μεν. Λουντέμης, Στέφαν Τσβάϊχ, Μαρκ Τουέιν, Εκτόρ Μαλό, Ρ. Κίπλινγκ, Τζόαν Ρόουλινγκ, Τζον Τόλκιν  κ.ά.), περιγράφουν, με τα παιδικά τους χρόνια, και το πέρασμα στην εφηβεία- την πρώτη «ωρίμανσή» τους…

ΣΗΜΕΡΑ το παιδικό βιβλίο έχει άλλες «αποχρώσεις». Προσπαθεί να εντάξει ή να λύσει σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα -και καλά κάνει. Ελέγχει καλύτερα τα παιδικά συναισθήματα, η φαντασία είναι μεγαλύτερης εμβέλειας, ενώ και οι ήρωες άλλοτε είναι τελείως φανταστικοί ή «τεχνητοί» (science fiction) κι άλλοτε πραγματικοί…

 

 

ΑΣ «ΤΑΞΙΔΕΨΟΥΜΕ» μέσα από δυο κείμενα γνωστών λογοτεχνών, της Νανάς Ησαϊα (1935-2003) και του Γ. Μανουσάκη (1933-2008), κι ας δούμε το ρόλο των βιβλίων στην παιδική ηλικία:

«… Τότε συνέβη το πιο μεγάλο γεγονός της παιδικής μου ηλικίας (1), ίσως και όλης μου της ζωής-γράφει η Νανά Ησαϊα. Μια δασκάλα, η Δεσποινίς Άννα, κάπου σαράντα ετών, αλλά πολύ πιο μεγάλη στα δικά μου μάτια, ήρθε να με αναλάβει. Η πρώτη της δουλειά ήταν να με μάθει να διαβάζω και να γράφω, αλλά επίσης και να μου μάθει πρόσθεση, αφαίρεση και την προπαίδεια. Και με τα γράμματα τα πήγαινα καλά, με τους αριθμούς όμως όχι. (…)

«Το διάβασμα όμως ήταν μια άλλη ιστορία. Εκεί ήταν αυτή η μεγάλη, άλλη,  απόλυτη πραγματικότητα. Με τα λίγα χρήματα που έπαιρνε από τους δικούς μου η Δεσποινίς Άννα, πήγαινε και μου αγόραζε  όποια παιδικά βιβλία υπήρχαν τότε. Ήδη πέντε ετών διάβαζα τη «Διάπλαση των Παίδων» με τα εκπληκτικά μυθιστορήματα του Ιουλίου Βερν, με αποτέλεσμα, αργότερα, στα επτά μου χρόνια, να έχω διαβάσει όλα τα παιδικά βιβλία και να μην ξέρω τι να κάνω, αφού, σαν το μόνο παιδί που ήμουν, είχα ήδη μάθει να περνώ ώρες διαβάζοντας. (Οκτώ ετών περίμενα με το ντουφέκι την Πέμπτη τον «Θησαυρό» και την Παρασκευή τη «Μάσκα», έχοντας ξανοιχτεί στα ρομάντσα και τ΄αστυνομικά μυθιστορήματα…»

ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ κείμενο (Γ. Μανουσάκη), η «βιωματικότητα» κι η ενσυναίσθηση (empathy)-η συναισθηματική συμμετοχή στα δρώμενα του περιεχόμενου του βιβλίου- είναι τόσο έντονες που αναγνώστης και ήρωας γίνονται ένα:

«Αρχές του Ιούλη –του 1945- φύγανε και οι τελευταίοι Γερμανοί από τη Σούδα.

Είχαν αρχίσει οι καλοκαιρινές ζέστες. Τα μεσημέρια, που οι γονιοί μου, η γιαγιά  κι οι αδερφές μου κοιμούνταν, εγώ άνοιγα τη βιβλιοθήκη. Ανακάλυψα πως δεν είχαν ενδιαφέρον μόνο τα μεγάλα βιβλία με τις εικόνες, μα και κάποια μικρά, δίχως καν σκίτσα ή φωτογραφίες. Διάβασα το «Όταν ήμουν δάσκαλος» και το «Χρήστο Μηλιώνη» κι άνοιξε η όρεξή μου γι’ άλλα βιβλία με ιστορίες. Μόλις αρχίζανε τα μάτια μου να περπατούνε στις αράδες των σελίδων τους,  ξέκοβα από την πόλη με τα χαλάσματα κι έμπαινα σ΄ένα κόσμον άλλο, που τον εφώτιζε, θαρρείς, ένας ήλιος αλλιώτικος. Ακολουθούσα σαν τη σκιά τους  τούς  ήρωες,  εζούσα κι εγώ τη δική τους ζωή (…)

«Μα εκείνο που αληθινά με συντάραξε στο μεγάλο  μαύρο βιβλίο— τη «μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια» της εποχής («Περιοδικόν 2»)- ήταν ένα μυθιστόρημα, «Οι ξύλινοι σταυροί» του Roland Dorcelès (έτσι το’ χε γραμμένο τ’ όνομα του συγγραφέα, στα γαλλικά) (2). Μέσα σ’ αυτό ένιωσα κι εγώ τις κακουχίες, τους φόβους, τις σύντομες χαρές, την καρτερία, την αδερφοσύνη, τους πόνους και τις εξάρσεις, την καθημερινή παρέα με το θάνατο του απλού στρατιώτη στο μέτωπο.

«Το μυθιστόρημα δημοσιεύουνταν σε συνέχειες. Μετά το «Ακολουθεί», μέσα σε παρένθεση, έπρεπε να προχωρήσεις κάμποσα φύλλα, να φτάσεις στ’ άλλο τεύχος του περιοδικού, για να βρεις και να ξαναπιάσεις το κομμένο νήμα της αφήγησης. Η σελίδα της 26ης συνέχειας έκλεινε με τη λέξη ΤΕΛΟΣ με κεφαλαία. Η στερνή φράση ήταν: «Βγήκαν απ΄το χαράκωμα και τροχάδην τράβηξαν κατά το δάσος». Μου φάνηκε παράξενο πώς σταματούσε έτσι απότομα, με τους στρατιώτες στο ξεκίνημα της επίθεσης, χωρίς να μας λέει τι απόγινε παρακάτω. (…)

«Κάμποσες μέρες αργότερα, φυλλαδίζοντας πάντα το «Περιοδικόν 2», ήβρα μιαν ακόμη σελίδα με την επιγραφή «Οι ξύλινοι σταυροί».  Άρχιζε με τις λέξεις «Πονώ… Ώ! πόσο πονώ…». Ο κεντρικός ήρωας, ο Γιλβέρτος Ντεμάνσης, βρισκότανε πεσμένος στο χώμα, χτυπημένος στην κοιλιά, όπως εκείνος που τόνε πυροβόλησε το περίπολο στο χωριό, την ώρα που απαγορεύουνταν η κυκλοφορία. Γύρω του κανείς, μόνο το κρύο κι η βροχή. Το αίμα έτρεχε από την πληγή του, πονούσε κι είχε αγωνία αν θα΄ ρθουν οι τραυματιοφορείς να τόνε πάρουνε. Προσπαθούσε να βάλει τον επίδεσμο στο τραύμα. Σιγά σιγά οι δυνάμεις του τον  εγκαταλείπανε κι έσβησε μουρμουρίζοντας ένα τραγουδάκι για τη Μονμάρτη, ενώ δυο δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια του.

«Ήτανε σα να μάθαινα, απρόσμενα, το θάνατο ενός προσώπου πολύ αγαπημένου. Έκλεισα το βιβλίο, τ’ αγκάλιασα και με τα δυο μου χέρια, λες κι ήταν αυτό ο νεκρός στρατιώτης, λες κι ήταν όλοι οι νεκροί του πολέμου πού’ ζησα, κι άρχισα να κλαίω βουβά, μην ξυπνήσω τους βυθισμένους στο μεσημεριάτικο ύπνο τους.

«Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα κάτι, που μ’ έκαμε να χαρώ και να πονέσω μαζί: Είχα μπει σ’ ένα δρόμο μοναχικό, χωριστό από εκείνον που τραβούσαν οι γονιοί κι οι αδερφές μου. Ένα δρόμο δικό μου» (3)

…ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ η δύναμη, το θαύμα, η μαγεία και ηπροσφορά των βιβλίων. (5-4-19)

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

-(1) Νανά Ησαϊα, περιοδ. «Η Λέξη», Αναμνήσεις από την παιδική ηλικία (αφιέρωμα), τ. νοέμβρης-δεκέμβρης 1998, Παιδικά στιγμιότυπα, σελ. 683)

-(2) Το σωστό όνομα του συγγραφέα είναι Roland Dorgelès (1885-1973). Το μυθιστόρημα «Ξύλινοι Σταυροί» γράφτηκε το 1916 και είναι ένα από τα δυνατότερα «αντιπολεμικά» της εποχής του -βραβευμένο με το βραβείο Femina. Γυρίστηκε σε ταινία το  1932, βασισμένο  στις προσωπικές εμπειρίες του συγγραφέα από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο (1914-1918). Ξαναπροβλήθηκε σε νέα κόπια το 2014. [Ίσως να αποτελεί το αντίπαλο δέος «αντιπολεμικής» μυθιστορίας του κλασικού «Ουδέν Νεώτερον από το Δυτικόν Μέτωπον», του γερμανού Έριχ Μαρία Ρεμάρκ, αλλά και της «Ζωής Εν Τάφω» του Στρατή Μυριβήλη (1926)].

-(3) Γιώργης Μανουσάκης, «Όταν το πέλμα μας εταίριαζε με το χώμα»-Μυθιστόρημα χωρίς μύθο.  Έκδ. «Φιλολ. Συλλ. «Χρυσόστομος», Χανιά, 2008, σελ. 358-360.

 


Σχολιάστε