"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

Χανιώτες ποιητές που «έφυγαν»-[Β. Κακατσάκης, β' μέρος] (Χ.ν., 2-4-2019)

 

 

 

 

 

[Ο Βαγγέλης Κακατσάκης, όχι μόνο λατρεύει τον ποιητικό λόγο, αλλά και τους δημιουργούς του. Δεν φείδεται χώρου (στη στήλη του) ούτε λόγων, προκειμένου να αναδείξει τον παρελθόντα-αλλά όμορφο-ποιητικό, κρητικό λόγο. Μικρό δείγμα οι παρακάτω στίχοι, επιλεγμένοι από ανθρώπους-Κρήτες που "έφυγαν". Στ.Γ.Κ.]

 

Mια ομορφιά ’ναι τα Χανιά…

04kakatsakis

 

“Τραγουδώ στη σιγαλιά πλάι στο φανάρι/ και θυμάμαι τα παλιά βγήκε το φεγγάρι/ και φυλάει τη γειτονιά με το καλντερίμι/ τα στενά του Τοπανά, γέμισαν ασήμι.

Ζωντανεύουνε ξανά οι καημοί κι οι θρύλοι/ όνειρο είναι τα Χανιά νύχτες του Απρίλη.

Στα μπαλκόνια οι λυγερές στο στρατί κιθάρες/ πρωτοείδωτες χαρές, στεναγμοί, λαχτάρες./ Και προσμένουμε οι νιοι πλάι στη γωνία/ σιγοκλαίνε οι ουρανοί απ’ την αγωνία»

( Το ποίημα “Ονειρο είναι τα Χανιά” του Κώστα Χιωτάκη (και τραγούδι απ’ την “Οκτάβα” σε μουσική του Πέτρου Περάκη).


« “Εγώ είμαι Συ!”/ Ορμώντας από τους επτά ουρανούς/ -απάτητες βουνοκορφές της Κρήτης-/ Κρηταετός περήφανος/ τρανό λεβεντομάνας γης σημάδι,/ έτσι σας χαιρετάει αθάνατοι πατέρες κι αδελφοί./ […] Ο αλαλαγμός της νίκης του -της νίκης σας-/ φλογίζει τις καρδιές μας./ Και ξεχύνεται νικητήριος ο παιάνας/ στεριάς και του πελάου,/ της γης τ’ ουρανού./ Βροντά ο ουρανός/ αστράφτει η Γης/ και σειέται ο απάνω κόσμος!»

(Το ποίημα θριαμβικό του Γ.Δ. Καψωμένου).


«Στου νεραϊδότοπου τον γκρεμό τον απάτητο/ απόθεσα τ’ ονείρεμα μιας φεγγερής νύχτας./ Μα η σκέψη της λίμνης υπόκωφη/ ρούφηξε στην αχνάδα της/ τ’ αναφτέριασμα της λαχτάρας,/ τα πλοκάμια του νερού ανταριάστηκαν/ και παραλοϊσμένη η νεράιδα/ μ’ ονείρεψε στ’ αντιφέγγισμα της αυγής/ ξεγελάσματα κι αφρογέλια». (Το ποίημα “Στη λίμνη” (Κουρνάς Χανίων) της Νέλλης Παπαγιαννάκη.)

«Καθημερνά/ στης γειτονιάς τον καφενέ/ παρέα πίνουν ρεφενέ/ ο μπαρμπά – Μήτσος ο λασπάς,/ ο Διαμαντής ο λιπαντής/ κι ο λογιστής κυρ Ζάχος/ χρόνια κι αυτός ξωμάχος./ Παρέα της παλιάς γενιάς./ Πότε σαρδέλα και ελιά/ φορές χταπόδι ρηγανάτο/ υψώνουν το ποτήρι τα σπερνά/ σπονδή στον Βάκχο,/ αναπέμποντας γι’ άσπρο πάτο,/ και για καλά στερνά». (Το ποίημα “Αρμονίες” του Χαράλαμπου Σπ. Σκριβιλιωτάκη.)

«[…] Μια προσευχή ‘ναι η ζωή/ Ζωγράφοι: Πλάστε την εικόνα πλειο καλή./ Τον πλειο καλό σκοπό σας ως τραγουδιστάδες/ στα βουνά και στις κοιλάδες αφήστε ν’ ακουστεί./ Και συ που σκάβεις τη γη με το δικέλι/ με πίστη, εργάτη, τη μάνα γη/ και συ σοφέ, που σκάβεις με τη σκέψη/ της γνώσης ο καρπός να βγει/ νιώστε όλοι: Μια προσευχή ‘ναι η ζωή». (Από το ποίημα “Μια προσευχή ‘ναι η ζωή” του μητροπολίτη Ειρηναίου Γαλανάκη.)

«[…] Και παίρνοντας τα ξόμπλια σου στων ηρώων σου τα μέτρα/ και αψηφώντας τα φαριά -μεγάλη διδαχή-/ έκαμες θάμα κι έγινε φλόγα σου η κάθε πέτρα/ του Διγενή αστράφτοντας το υπέροχο σπαθί./ Περνούν τα χρόνια κι ο καιρός την κάθε λάμψη σβήνει/ με αίμα οι δάφνες άνθισαν στην κάθε σου κορφή/ όλα σιγάσαν, μα όταν ως το θείο φως σε ντύνει,/ Κρήτη μου, φανερώνεσαι της Δόξας αδελφή». (Το ποίημα “Θούριο στη Μάχη της Κρήτης” του Γεωργίου Γεωρβασάκη).

«Γλαυκό του Λιβυκού το πέλαγος/ στέλνει χρυσάφι και ασήμι/ και με τη σκέψη απροσκάλεστη/ του λόγου έρχεται η ρύμη. […] Στην Κρήτη στέλνει χαιρετίσματα/ της Αλεξάνδρειας η δόξα/ το φανερώνουνε περίτρανα/ ψηλά του ουρανού τα τόξα./ Η Γαύδος φαίνει το τραγούδι της/ το μεσημέρι και το δείλι/ κάτω στην άκρη της Μεσόγειος/ ένα νησί, ένα μαντήλι». (Από το ποίημα “Λιβυκό” του Αθανασίου Δεικτάκη).

«[…] Για των Ηρώων τον θάνατο λόγια πικρά μην πούμε!/ Κανείς μην παραπονεθεί, κανένας να μην κλάψει./ Τα ονόματα των ολωνών, η Ιστορία θα γράψει/ με γράμματα ξαστραφτερά και μεσ’ από τα χρόνια που θα κυλούν ατέλειωτα, θα ζουν Εκείνοι αιώνια!/ Για τον καθένα μας γυρνά της Μοίρας το σφεντήλι·/ μια μέρα που δεν προσδοκάς, πρωί, μεσημέρι, δείλι/ καθένας που ‘ζησεν εδώ στη γη και θα πεθάνει […]»

(Από το ποίημα “Για τους νεκρούς του 41-45” του Αγγελου Καλοκαιρινού.)

«Αυτή τη νύχτα που με πνίγει η ξενιτιά/ κι η μοναξιά κοντά στον θάνατο με φτάνει/ να ‘τανε Θε μου να βρισκόμουνα ξανά/ μόνο γι’ απόψε στο χανιώτικο λιμάνι/ Ο γέρω φάρος να φωτίζει το γιαλό/ κι ένα ποστάλι να ‘χει φτάσει απ’ τον Περαία/ την Πούντρα να ‘παιρναν τ’ αλάνια στο ψιλό/ κι ο Αλή Γκογκός ο σαλπιγκτής κάποια μοιραία./ Σαν κομπολόι τα φωτάκια απ’ το γριγρί/ που σαν τις μνήμες στο λιμάνι να γυρνάνε/ και να ‘ρθει η αγάπη μου όπως τότε να με βρει/ και γυροβόλι οι αγαπημένοι φίλοι να ‘ναι […]». (Από ένα ποίημα για τα Χανιά του Γιάννη Γυπάκη).


Ενας δεύτερος κύκλος από άλλους εννέα εκλιπόντες Χανιώτες ποιητές σήμερα. Σαν συνέχεια του πρώτου (βλ. “Στάσεις” 21.3) με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης. Υστερα από παράκληση – προτροπή πολλών φίλων – αναγνωστών της στήλης, όπως του “δικού μας” Στ. Γ. Κλώρη, του γιατρού – ποιητή Γρηγόρη Γεωργουδάκη, της φιλολόγου Αγγελικής Σοφούλη κ.λπ. Στην κεντρική θέση της στήλης ο μακαριστός μητροπολίτης Ειρηναίος Γαλανάκης, με στίχους απ’ το ποίημά του “Μια προσευχή ‘ναι η ζωή”. Ευλογών και αγιάζων την ομορφιά των Χανίων, όπως την παρουσιάζουν οι ποιητές μας.

 


Σχολιάστε