"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

Tο μεγάλο ταξιδι και η λήθη…

 

 

 

 

 

ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΤΑΞΙΔΙ!

«Η μνήμη που πολλές φορές παίζει επικίνδυνα παιχνίδια με τη λήθη, δεν είναι δυνατόν να υποκαταστήσει την ιστορία» (Pierre Vidal Naquet)

Ο Αλέξης ήταν ένα κοντόσωμο αγόρι 8 χρονών, όταν από την Αγία Ειρήνη «μετακόμισαν»-τα ανταρτόπληκτα-στην Παιδόπολη «Καλή Παναγιά»-στη Μονή Δοβρά Βερροίας.

Με ένα μεγάλο κεφάλι και πυκνά μαύρα λεία μαλλιά, έδινε την εντύπωση μικρού δύσμορφου τέρατος. Το φαρδύ μέτωπο και τα δυο εξογκωμένα ζυγωματικά του έλεγαν πως πρόκειται για ιδιαίτερο τύπο…

Είχε μάτια μελιά, σχεδόν πάντα θλιμμένα, λεπτά χείλη που σπάνια μιλούσαν και κοντά, νευρώδικα  χέρια… Είχε τις παρέες του που δεν ήταν μεγάλες, αλλά όταν μιλούσε «έσταζε» πρώιμη σοφία! Αγαπητός, επειδή διάβαζε πολύ και πολλά βιβλία επιλέον ήταν και ήταν καλός μαθητής… Ήταν «ο σοφός» της παρέας, ο σοφός του 1953! Στα δώδεκα με δεκατρία του τέλειωσε με «Άριστα» την Στ’ Δημοτικού, έδωσε εισιτήριες εξετάσεις στο Γυμνάσιο Βερροίας, αλλά απέτυχε όπως και άλλα παιδιά της σειράς του.

Θύμα κι αυτός του άγριου συμμοριτοπόλεμου στα μέρη τους (Κιλκίς). Έτσι λέγανε τον ανταρτοπόλεμο οι ομαδάρχισσες στην Παιδόπολη, αυτός όμως είχε ζωντανές τις μνήμες από γενειοφόρους βρόμικους αντάρτες που κατέβηκαν μια νύχτα του 1947 και έκαψαν το χωριό του. Με τους ανθρώπους και τα ζωντανά τους. Ίσα-ίσα που γλύτωσε αυτός, η μάνα του και η αδελφή του φεύγοντας στα χωράφια : Οι κατσαπλιάδες όπως τους έλεγαν οι συγχωριανοί, ήταν πάλι συγχωριανοί ενταγμένοι στον ΕΛΑΣ, γι αυτό τους έλεγαν και ελασίτες…

Πολύ αργότερα, στα μέσα της δεκαετίας του ΄80 θα ακούσει να αποκαλούν αυτόν τον πόλεμο εμφύλιο! Και πως σαν αυτόν, τον Αλέξη, υπήρχαν θύματα και από την άλλη πλευρά. Όμως στο μυαλό του οι λέξεις «κουκουέδες», «ελασίτες», «κατσαπλιάδες», «αντάρτες»,  για πάρα πολλά χρόνια ήταν συνώνυμες με το θάνατο. Το θάνατο των πιο αγαπημένων προσώπων του, στην πιο τρυφερή ηλικία του…

 


(η εκκλησία της Παιδόπολης «Καλή Παναγιά», στη δεκαετία του 1950)

 

Στην  Παιδόπολη «Καλή Παναγιά» της Βέροιας, στις πλαγιές του Βερμίου, λίγο πάνω απ’ το Τουρκοχώρι (μετέπειτα Πατρίς), στις παλιές Ελβετικές κατασκηνώσεις, ο Αλέξης  μεταφέρθηκε από την παιδόπολη «Αγία Ειρήνη» της Θεσσαλονίκης, με φορτηγά στρατιωτικά τζέιμς. Ήταν όρθιοι, αδύναμοι, και για ώρες κρατιόντουσαν ο ένας απ’ το ρούχο του άλλου για να μην πέσουν! Πρώτη φορά είχε δει και περάσει τόση μεγάλη γέφυρα αλλά και τόσο πλατύ ποταμό-τον Αλιάκμονα- στην πορεία τους για τη Βέροια. Τα ψηλά καβάκια (λεύκες) με το ασημί φρεσκοπλυμένο φύλλωμά τους σιγοψιθύριζαν, σε διφωνία με το φθινοπωρινό αγέρι περίεργα τραγούδια, πρωτάκουστα, γαληνευτικά. Τραγούδια διαφορετικά από τα «αντάρτικα» που έλεγαν πολλά από τα «άλλα» παιδιά, δίπλα του! Τραγούδια νανουρίσματα της φύσης, στο τέλος μιας κοπιαστικής μέρας.

Κι όταν νύχτωσε, όλοι τους κουρασμένοι από την ταλαιπωρία, αφού τα αδύνατα «τσάκνα» ποδαράκια τους δεν τα κρατούσαν όρθια, έγειραν φαρδιά πλατιά κάτω σε μια γωνιά της καρότσας όπου παραδοθήκαν αμαχητί στον γλυκό ύπνο.

Έτσι στον ύπνο του στην καρότσα του τζέιμς νόμισε πως είδε να παλεύουν δυο άγγελοι. Του φάνηκε πως ο ένας ήταν στα μαύρα ντυμένος κι από τις πληγές του έσταζε αίμα, ενώ ο άλλος ήταν λευκός και ατσαλάκωτος και ήρεμος. Το όνειρο αυτό χαράχτηκε στο μυαλό του, κοντά στις λέξεις ζωή και θάνατος.

Αργότερα υπόθεσε πως ήταν ο άγγελος της Μνήμης  ο ένας, και ο άλλος ο άγγελος της Λήθης.

 


Κι όλο νικούσε ο μαύρος άγγελος, γιατί ήταν πιο θυμωμένος και πληγωμένος. Κι ήταν αυτός που κυριάρχησε σε όλη τη μετέπειτα ζωή του… (Στ.Γ.Κ., 2018)


Σχολιάστε