"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

«-Ευχαριστώ μπαμπά…!» (Χ.ν., 18-6-18)

 

 

 

 

 

ΠΕΡΙ-ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ

«-Ευχαριστώ,  μπαμπά,  για όσα μου έμαθες!»

ΟΣΟ περνούν τα χρόνια και μάλιστα βιώνοντας μια βαθιά παρατεταμένη κρίση, γινόμαστε σκληροί απέναντι σε φίλους και γνωστούς, πιθανόν και προς τους γονείς μας! Θέμα αυτοσυντήρησης, καχυποψίας, ή μήπως τώρα διαμορφώνεται ένα νέο μεταμνημονιακό modus vivendi στην κοινωνία μας;

ΕΤΣΙ, δεν είναι περίεργο ότι υπάρχουν παιδιά που αδυνατούν να αντιληφθούν την ειλικρίνεια μιας πρωταρχικής σχέσης, όπως είναι η πατρική ή η μητρική αγάπη. Ίσως, επειδή τη θεωρούν δεδομένη αφού είναι  των γονιών τους! Ή, επειδή καμιά φορά τη λογαριάζουν υπερβολική και -γιατί όχι;- υστερόβουλη στην έκτασή της!

ΚΙ ΟΜΩΣ, όταν ένα παιδί μεγαλώσει και μπει –με το γάμο- στη διαδικασία αυτού που λέμε «γονιός», τότε αρχίζει να αντιλαμβάνεται το πόσο σπουδαίος είναι ο ρόλος του πατέρα. Κι αν τύχει, για ποικίλους λόγους, να μείνει μόνος με τα παιδιά του (μονογονεϊκή οικογένεια), τότε καλείται να αναπληρώσει και το ρόλο της μητέρας!

ΕΤΣΙ κι αλλιώς, ο νεαρός πατέρας κάποτε αντιμετωπίζει με τη σειρά του την αμφισβήτηση των παιδιών του. Μόνο τότε αρχίζει να κατανοεί τη συμπεριφορά των δικων του γονιών αλλά και τη δική του απέναντί τους. Λέξεις όπως αυστηρότητα, «πρέπει», «όχι τώρα», ή εκφάνσεις τρυφερότητας, δικαιοσύνης, αποκλεισμού, θυσιών κ.λπ. αποκτούν την πραγματική τους σημασία. Κι όταν αρχίζει να ηχεί χαρούμενα στα αυτιά μας η πιο όμορφη λέξη, η μαγική λέξη «μπαμπά!» από τα χείλη των παιδιών, τότε αναστοχαζόμαστε το πόσες φορές παραλείψαμε να την πούμε εμείς στους γονείς μας όσο ζούσαν. Πόσο παραμελήσαμε να τους εκφράσουμε την αγάπη μας και πόσο σήμερα δεν συγχωρούμε αυτά στον εαυτό μας. Κι ακόμη, πόσο δεν θα θέλαμε να μας κάνουν τα ίδια, τα παιδιά μας.

ΑΛΛΑ, γιατί να περιμένουμε να πεθάνουν οι γονείς μας, για να πλημμυρίσουμε από συναισθήματα που δεν εκφράστηκαν στην ώρα τους; Χρόνος για μεταμέλεια υπάρχει άφθονος, αλλά δεν υπάρχουν πια οι γονείς μας (…) Αυτό το αργοπορημένο ξεσπασμα τρυφερότητας και αγάπης προς τον πατέρα/δάσκαλο που «έφυγε», μας το δίνει έντονα η κα Μαρία Δασκαλάκη στο παρακάτω υπέροχο κείμενό της (σε αποσπάσματα), με τίτλο «Ευχαριστώ, μπαμπά». Αξιζει η ανάγνωσή του (1):

 

«Ευχαριστώ, μπαμπά

Το γιατί σου έχω τόση μεγάλη αδυναμία, πατέρα, παλαιότερα δεν μπορούσα να το καταλάβω. Τώρα όμως ξέρω. Για όλα αυτά που μου έμαθες. Για όλα αυτά που κάναμε μαζί και σαν σε όνειρο πια τα θυμάμαι και χαμογελώ. (…)

Επειδή μ’ έμαθες να σέβομαι τα βιβλία. Μου τα έδινες και δε φοβόσουνα μην τα σκίσω, μην τα μουτζουρώσω. Με είχες μάθει πως ήτανε πολύτιμα και τα κρατούσα σαν ανεκτίμητους θησαυρούς. Μόνο καμιά φορά έγραφα στην πρώτη σελίδα το όνομά μου με τα αδέξια παιδικά μου γράμματα και μια καρδούλα δίπλα, μα ποτέ δε θύμωνες, επειδή ήξερες πως αυτός ήταν ο τρόπος μου για να σου εκφράσω ευγνωμοσύνη που εμπιστευόσουν τα πολύτιμά σου στα μικρά μου χέρια. (…)

Επειδή μου έμαθες τη λέξη που θα έπαιζε τον πιο σημαντικό ίσως ρόλο στη ζωή μου μεγαλώνοντας: τη λέξη «κοίτα»! Κι έμαθα έτσι να παρατηρώ τα πάντα γύρω μου. Από τα πιο ασήμαντα, μέχρι τα πιο σοβαρά. Μου έμαθες να κοιτώ και να μη μένω μόνο εκεί που στέκεται το βλέμμα. Μου έμαθες πως καθετί στη φύση, όμορφο ή άσχημο, είναι χρήσιμο. Υπάρχει για κάποιο λόγο. (…)

Επειδή καμιά φορά με έβαζες πίσω στην κόκκινη βέσπα σου, με έπαιρνες στο σχολείο μαζί σου και μ’ άφηνες να κάθομαι στην έδρα όταν εσύ παρέδιδες μάθημα. Επειδή μ’ έκανες να καταλάβω πόσο αγαπούσες τη δουλειά σου και πόσο σ’ αγαπούσαν οι μαθητές σου. Επειδή μ’ έμαθες πόσο σημαντική είναι η υπομονή στη ζωή και κάπως έτσι ανακάλυψα πόση υπομονή είχες κι εσύ ο ίδιος. Επειδή μου έμαθες όταν μου δίνουν κάτι να μη λέω μόνο «ευχαριστώ», αλλά να χαμογελώ κιόλας. Επειδή μου έμαθες να μη φοβάμαι να πω «συγγνώμη» και «σ’ αγαπάω». Επειδή μου έμαθες να κρίνω τους ανθρώπους βάσει χαρακτήρα κι όχι φυλής ή ιδιότητας. (…)

Επειδή μου έμαθες πως όλοι οι άνθρωποι είμαστε τρωτοί –ακόμα και εσύ. «Μπαμπά;», έτρεξα να σε υποδεχτώ ένα μεσημέρι στην εξώπορτα, μα εσύ δεν είχες ανέβει ακόμη τη σκάλα. «Γέρασε ο μπαμπάς!», μου απάντησες βαριανασαίνοντας, όταν φάνηκες από τη στροφή, το βλέμμα μου καρφώθηκε στα δερμάτινα σανδάλια σου -που σημάδεψαν τη στιγμή και πλέον δε θα ξέχναγα ποτέ- κι έπειτα με πλάκωσε ολόκληρος ο ουρανός, επειδή ως τότε πίστευα πως ο δικός μου μπαμπάς ποτέ δεν έκλαιγε, ποτέ δεν αρρώσταινε και φυσικά ποτέ δε θα γερνούσε! (…)

Επειδή μου έμαθες πως και οι μπαμπάδες αρρωσταίνουνε κι ας μην το λένε. Από την Άννα μας το έμαθα. Εγώ τριτοετής φοιτήτρια, μίλια μακριά σας, δε μου είχατε πει τίποτα. Εσύ στο νοσοκομείο, για μια «αφαίρεση χολής», όπως μου είχες πει, «επέμβαση ρουτίνας». Ποτέ δε μας είπατε τη λέξη «καρκίνος», μα και εγώ και η Άννα μας το είχαμε καταλάβει. Εκείνη μου τηλεφώνησε και μου είπε πως αύριο θα έμπαινες στο χειρουργείο, μα δεν ήθελες να το μάθω. «Κάνε σαν να μην το ξέρεις», μου είπε. Κι έτσι έκανα. «Μπαμπά μου, σ’ αγαπάω», σου είπα εκείνο το βράδυ του Σεπτέμβρη στο τηλέφωνο, ξέροντας πως μπορεί και να ήταν η τελευταία φορά που στο έλεγα και μετά έκλαψα τόσο πολύ, επειδή κάθισα και μέτρησα πόσα χρόνια είχα να στο πω πριν από τότε –λες κι είχα ξεχάσει όλα όσα μου είχες μάθει… Και την ώρα, πατέρα, που η ζωή σου κρεμότανε από χειρουργικά νήματα, εγώ έδινα εξετάσεις στο μάθημα της «Στατιστικής», ενώ στο μυαλό μου έπαιζαν ένα σωρό πιθανότητες που καμιά σχέση βέβαια δεν είχαν με το μάθημα. Πιθανότητες που ίσως να άλλαζαν τη ζωή μου για πάντα. Τις ζωές όλων μας. Τέτοιου είδους πιθανότητες. Το θυμάμαι σαν τώρα κι ας κοντεύουν δέκα χρόνια από τότε… Αν και με τη Στατιστική, ανέκαθεν δεν τα πήγαινα καλά. Εξάλλου εκείνη τη μέρα, παρέδωσα λευκή κόλλα. Ολόλευκη. (…)»

 


ΛΕΝΕ πως οι κόρες ψάχνουν στη ζωή τους ως ιδανικό άντρα κάποιον που να μοιάζει του «μπαμπά» τους. Αντίθετα, τα αγόρια επιδιώκουν να βρουν μια γυναίκα που να έχει τις αρετές της «μαμάς» τους! Δεν ξέρουμε πόσο αληθεύει η παραπάνω δοξασία.

Στην πραγματικότητα, κάθε μητέρα και πατέρας είναι μοναδικοί στον κόσμο για τα παιδιά τους! Έτσι, η «γιορτή» του πατέρα (κάθε τρίτη Κυριακή του Ιούνη), ή της μητέρας (κάθε δεύτερη Κυριακή του Μάη), ενέχει τελείως προσωπικό χαρακτήρα μια και βασίζεται στις ευχάριστες ή τις δυσάρεστες αναμνήσεις που έχουμε από όσα βιώσαμε με τους γονείς μας.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

-(1) Η Μαρία Δασκαλάκη (1982-), Ηράκλειο, Κρήτης. Είναι Αρχειονόμος-Βιβλιοθηκονόμος.

(http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.anagnwstesHYPERLINK «http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.anagnwstes&id=5181″&HYPERLINK «http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.anagnwstes&id=5181″id=5181)

 

 


Σχολιάστε