"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

Νοσταλγικό κείμενο του Κ. Γεωργουσόπουλου για τις μανάδες του παλιού καιρού (12-5-18)

 

 

 

 

Από τον αραμπά στο Αirbus

 

Του Κώστα Γεωργουσόπουλου (εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ)

 

 

«Όταν πέθανε η μάνα μου ήταν τρία χρόνια μικρότερη απ΄ ό,τι είμαι εγώ σήμερα. Κι όμως, όσο μπορώ να αναπλάθω τα σαράντα χρόνια που έζησα μαζί της δεν κατόρθωσα να συλλέξω ούτε τη σοφία της ούτε την υπομονή της ούτε την κατανόησή της για τα ανθρώπινα

 

Oι εμπειρίες της ήταν πιθανόν, μαζί με όλους τους συγκαιρινούς της, ίσως οι συγκλονιστικότερες όλης της ιστορίας της ανθρωπότητας. Καμιά άλλη γενιά στην ιστορία δεν χρειάστηκε να καλύψει σε μια σύντομη ζωή τόσο μεγάλο χάσμα τεχνολογίας, τόσες συνταρακτικές τραυματικές συλλογικές απάνθρωπες συγκρούσεις, τόσα ιδεολογικά, ηθικά και οικονομικά πειράματα.

 


Γεννήθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα σε μια κωμόπολη της Ρούμελης από αγρότες γονείς που είχαν μια σεβαστή περιουσία που ήταν κυρίως η προίκα της. Ο γονιός της, αγροτικής κι αυτός καταγωγής, ήταν ο τυπικός επαρχιώτης Δάσκαλος, που έζησε εξάλλου λίγο και η ανάμνησή του σ΄ όλα τα παιδιά του δεν ήταν καθόλου έντονη, αφού σπάνια μιλούσαν γι΄ αυτόν. Η μάνα μάλιστα της μάνας μου που την πρόλαβα άρρωστη για χρόνια να βογκάει στο κρεβάτι δεν είχε, φαντάζομαι, τις αγαθότερες εμπειρίες από τη συμβίωσή τους, αφού ξεσπούσε συχνά, πετώντας τις παντόφλες της, παιδί εγώ επτά ετών, επάνω μου επειδή είχα το όνομά του. Και το θλιβερό της ιστορίας ήταν πως και ο παππούς από τον πατέρα μου είχε το ίδιο όνομα, έτσι, τουλάχιστον, κατά τα έθιμα των οικογενειών, ήταν αυτονόητο πως έτσι κι αλλιώς το όνομα του παππού από τον πατέρα μου θα έφερα. Η μάνα του ήταν η δεύτερη κατά σειρά από πέντε αδέλφια, η μεγαλύτερη αδελφή από τις τρεις. Έτσι πολύ νωρίς ανέλαβε το νοικοκυριό. Ο μεγάλος αδελφός έφυγε γρήγορα, σπούδασε και ως δασάρχης υπηρέτησε σ΄ όλη την Ελλάδα και μόνο λίγες μέρες αφότου παντρεύτηκε γυναίκα πλούσια από άλλη περιοχή γύρισε στη γενέθλια κωμόπολη. Ο άλλος γιος έμεινε στα κτήματα και εξελίχθηκε σε ενημερωμένο, προοδευτικό αγρότη, με μαρξιστική υποδομή έτσι, που για χρόνια μετά το αντάρτικο, όπου στρατεύτηκε δίπλα στον Βελουχιώτη, έφαγε τη ζωή του την ωριμότερη στις εξορίες και στις φυλακές. Η μάνα μου, ώσπου κι αυτή παντρεύτηκε με συνοικέσιο με τον διορισμένο στον τόπο της καθηγητή φιλόλογο πατέρα μου, κυβερνούσε το σπίτι με την επικουρία των δύο μικρότερων αδελφών που νωρίς νωρίς παντρεύτηκαν. Η μια ξενιτεύτηκε με τον μηχανικό άντρα της στη Λάρισα, η πιο μικρή έμεινε στο πατρικό και, καλή της η ώρα, μένει ακόμη σε θαλερά γεράματα και ακοίμητο πάθος για ζωή. Ζωντανή είναι και η μεγαλύτερη αδελφή, αλλά ζει πλέον στις παρυφές του πνευματικού χρόνου.


Η μάνα μου πήγε νύφη στην εκκλησία με άμαξα και τα προικιά, που τότε τα περιέφεραν με καμάρι στους δρόμους, φορτώθηκαν σε αραμπά που έσερναν μουλάρια. Μεγάλωσε κι από μικρό παιδί έκοβε ξύλα για το τζάκι, ζύμωνε, έκαιγε τον φούρνο, έφτιανε λουκάνικα, άπλωνε τραχανά, μάζευε φύλλα της μουριάς και τρέφαμε τους μεταξοσκώληκες, καθόταν με τις ώρες στον αργαλειό και ύφαινε χαλιά, κουρελούδες, χράμια, μπάντες, ζέσταινε το καζάνι κι έφτιαχνε αλισίβα (ρίχνοντας στάχτη στο νερό) για την πλύση, έραβε στη ραπτομηχανή, έπλεκε, μπάλωνε, τάιζε το γουρούνι, τις κότες, ξύστριζε το άλογο, έπηζε γιαούρτι και τυρί, ζύμωνε, άπλωνε, τύλιγε και έκοβε χυλοπίτες, ασβέστωνε το μαντρότοιχο, καθάριζε τη μεγάλη κάδη των πέντε τόνων για να αποθηκευτούν οι ελιές, έξυνε τα βαρέλια για να υποδεχτούν τον μούστο με το γιοματάρι, έπλενε με τη μάνικα τα πιθάρια του λαδιού, σιδέρωνε με τις ώρες μπουφαρίζοντας (βρέχοντας με το στόμα) τα ρούχα και κρατώντας αναμμένο το σίδερο με τα κάρβουνα και τη θυμάμαι να βράζει στο καζάνι τα υλικά μαζί με την καυστική ποτάσα για να φτιάξει πράσινο σαπούνι. Υπήρχαν στο σπίτι, στο κατώγι, τελάρα ξύλινα, σαν τα τετράγωνα του σκακιού, απλώνονταν στο τσιμέντο της αυλής και με μια μεγάλη κουτάλα, καυτό χύνονταν το υλικό. Έμενε μέρες να κρυώσει και ύστερα τραβούσαν το τελάρο και είχαν εκατό, διακόσιες πλάκες σαπούνι, σαν μικρά τούβλα.


Τα ίδια τελάρα άλλωστε τα χρησιμοποιούσαν για να φτιάχνουν πλίθρες, τούβλα από λάσπη και άχυρο, που στεγνά και ξερά ήταν το κύριο οικοδομικό υλικό για μάντρες, αποθήκες και απόπατους. Το τζάκι ήταν σ΄ ένα μόνο δωμάτιο του σπιτιού. Η θέρμανση στα άλλα γινόταν με μαγκάλια που συνήθως έκαιγαν πυρήνα, το ελαιώδες κατάλοιπο των κουκουτσιών της ελιάς, όταν στο ελαιοτριβείο παραδιδόταν το λάδι. Σ΄ εκείνη την οικονομία τίποτε δεν πήγαινε χαμένο. Τα πρώτα παπούτσια που φόρεσα ήταν αρβυλάκια που παραγγέλλονταν στον τσαγκάρη της γειτονιάς, ενώ του προσφερόταν το δέρμα, μετά τη σφαγή του γουρουνιού τα Χριστούγεννα. Κομψά αρβυλάκια, όχι τα γνωστά ποιμενικά γουρνοτσάρουχα, αλλά πάλι για λόγους οικονομίας με χοντρά καρφιά για να μη τα λειώνουμε γρήγορα!


Όταν έλειπαν εργατικά χέρια στις μέρες της συγκομιδής, η μάνα ακολουθούσε την κομπανία στα χωράφια για το μάζεμα της ελιάς, τον τρύγο, τον θερισμό του σταριού, του κριθαριού και της βρώμης, τη συλλογή του βαμβακιού και του καπνού. Και να έφταναν αυτά! Όταν ερχόντουσαν τα τσουβάλια με τα ρεβίθια στο σπίτι, έπρεπε όλο το υλικό να περάσει από το κόσκινο, να φύγουν πετραδάκια, μυγάκια, σκουληκάκια και άλλα ζωύφια. Τα κτήματα είχαν διάσπαρτες συκιές, ροδιές. Έπρεπε τα σύκα που μαζεύονταν να δεθούν με σπάγκο, ν΄ απλωθούν να ξεραθούν και να γίνουν ξηρά τροφή για μεγάλους και μικρούς. Τα ρόδια κρέμονταν κι αυτά αρμαθιές στο κατώγι. Τα μήλα και τα πορτοκάλια, κυρίως τα λεμόνια, τυλίγονταν με παλιές εφημερίδες και αποθηκεύονταν σε πιθάρια με άχυρα για να μη μαραθούν. Η διαλογή της ελιάς έπαιρνε νυχτέρια. Ποιες από τις ελιές θα πήγαιναν στην κάδη και ποιες κατά ποιότητα θα όδευαν στο ελαιοτριβείο.

Ο μεγάλος μόχθος ήταν το «πέρασμα» του καπνού. Κάθονταν κυρίως οι γυναίκες του σπιτιού στην αυλή κατάχαμα, είχαν δίπλα τους πανέρια με φύλλα καπνού και περνούσαν φύλλο φύλλο το φυτό σε μια γερή κλωστή αφού τρυπούσαν τον βλαστό με μια συναρτημένη πεπλατυσμένη βελόνα. Έτσι τα φύλλα του καπνού σε αρμαθιές δέκα και πάνω μέτρων απλώνονταν στην αυλή από διχάλα σε διχάλα για να στεγνώσουν, να ξεραθούν, να μαζευτούν σε πάκα κυβικά και να περιμένουν τον έμπορο.

Το βαμβάκι αποθηκευόταν περιμένοντας τον έμπορο επίσης σε τσουβάλια και σε τόπο ξηρό για να μην υγραίνεται- το βαμβάκι σαπίζει και βαραίνει!

Μετά την κουρά των προβάτων και των γιδιών, το μαλλί γινόταν μεγάλες τουλούπες και η μάνα μου με τις γειτόνισσες έστηναν στην αυλή τα σύνεργα, το λανάρι, την ανέμη, καθάριζαν τα ξεφτίδια στο λανάρι από ξένα υλικά, έπλεναν το μαλλί κι όταν στέγνωνε, το έβαζαν στην ανέμη και έφτιαχναν νήμα για τον αργαλειό και για το πλέξιμο.
Στο σπίτι στεφανώθηκε, στο σπίτι γέννησε με τη μαμή, στο σπίτι βαφτιστήκαμε. Εγώ πάντως από το σπίτι μου στην Αθήνα (με ενοίκιο) έφυγα γαμπρός, αφού η μάνα μου ζέστανε νερό στον τέντζερη και έκανα λουτρό στη σκάφη.

 

Ποτέ στο κρεβάτι

Η μάνα μου από τον αραμπά ευδόκησε να ταξιδέψει με αεροπλάνο.
Από τη φουφού και το μαγκάλι πέθανε με καλοριφέρ και κλιματισμό, από τον φούρνο με τα ξύλα, το γιουβέτσι, χειρίστηκε ψυγείο, ηλεκτρική κουζίνα και φούρνο μικροκυμάτων. Είδε για πρώτη φορά αεροπλάνο στα 20 χρόνια της. Έζησε δύο παγκόσμιους πολέμους, είδε βομβαρδισμούς, αερομαχίες, τέσσερις δικτατορίες, εκτελέσεις, πήγε τρόφιμα και αλλαξιές στις φυλακές στον αδελφό της και στον άντρα της. Είδε τους ανθρώπους στο φεγγάρι. Είδε τον Βεάκη Ληρ, την Πλισέσκαγια, τον Νουρέγιεφ, τη Φοντέιν. Δεν έπαθε κατάθλιψη, δεν πήρε ποτέ υπνωτικά, ηρεμιστικά, δεν την είδε ποτέ ψυχίατρος, ώσπου ανεπανόρθωτα έπεσε και έφυγε σε δύο χρόνια. Δεν τη θυμάμαι ποτέ στο κρεβάτι. Όταν εμείς πέφταμε για ύπνο ήταν όρθια, όταν ξυπνάγαμε ήταν όρθια. Και έφυγε χωρίς παράπονο, χωρίς υστερίες, χωρίς πανικό. Πρόσφερε τα πάντα, όλη αυτή την εμπειρική σοφία που κατέγραψα αμισθί, χωρίς σύνταξη (ούτε αυτό το πρόλαβε, έφυγε πριν από τον πατέρα), τα χρόνια εκείνα πριν από την αποθέωση του φεμινισμού!»

 

————————————————————————————————————————————————————–

Υ.Γ. Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύεται σήμερα, γιατί μου θύμισε και τη μάνα μου που μάλλον θα ήταν σόκαιρη με τη μάνα του Γεωργουσόπουλου ή λίγο νεότερή της. Όμως, τα «πάθη» και της μάνας μου, όπως και πολλών άλλων άγνωστων μανάδων,  ήταν πολύ πιο έντονα, αφού ως κοριτσάκι 8 ετών ρίχτηκε στην προσφυγιά (1923), ταξίδεψε με τα πόδια διασχίζοντας την Τουρκία από τον Πόντο  μέχρι τη Συρία, με μύριους κινδύνους και απώλειες αγαπημένων προσώπων.

Από τη Βηρυτό και το Χαλέπι βρέθηκε σε πλοίο κι από εκεί στον Πειραιά. Έπειτα στο Κιλκίς, όπου για λίγο διάστημα γνώρισε τη σκληρή αγροτική ζωή και τη… γαλήνη, κι αμέσως μετά τον πόλεμο του ’40, τον άγριο ανταρτοπόλεμο, τη δεξιά. Με 5 θανάτους στον εμφύλιο (από το 1944 μέχρι το 1946) πορεύτηκε στη ζωή της αγωνιζόμενη. (Στ.Γ.Κ.)

 

————————————————-

 

 

 

Η Μάνα μου

Η Μάνα μου
πρωί μεσημέρι βράδυ
γονατισμένη
έκανε τις παρακλήσεις της

Η μέρα άρχιζε γι αυτή
με την επίκληση
της θείας βούλησης.

Δε ζητούσε δόξες
και λαμπρές ανοίξεις

Μόνο λίγο χώμα
και λίγο νερό
για να φυτέψει τ’ όνειρο  (Σιμόπουλος Ηλίας)

 

 


Σχολιάστε