"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

Σύμη, η ωχρή μοναξιά (1973)

 

 

 

 

 

 

[...Πρωτοδιορίστηκα ως καθηγητής Γαλλικών στη Σύμη, εκεί στις αρχές του 1969.

Ερχόμενος από τη Θεσσαλονίκη, αντίκρισα έναν άλλο κόσμο, άκουγα μια κελαρυστή γλώσσα, έβλεπα νιάτα όμορφα και ζωηρά, ανθρώπους  που-αν και καιροί χούντας,  ήταν φιλελεύθεροι και ειλικρινείς. Ίσως να υπήρχε στην αρχή κάποια επιφύλαξη-μα, αυτό δεν συμβαίνει πάντα με κάθε ξένο και παντού;- έπειτα όμως έγιναν ανοιχτόκαρδοι. Γι αυτό και αλησμόνητοι.

Φεύγοντας, το 1973, με μετάθεση στο Κιλκίς, κράτησα μέσα μου τις καλύτερες των αναμνήσεων. Όπως οι παρακάτω που φιλοξενήκαν στο σπουδαίο λογοτεχνικό περιοδικό της εποχής , τα" ΚΡΙΤΙΚΑ ΦΥΛΛΑ" (1973) που έβγαζε ο γνωστός Συμιακός της διασποράς, αιγυπτιώτης Ιωάννης Χατζηφώτης.

Ένα μικρό οδοιπορικό, λοιπόν, από τη ΣΥΜΗ με ό,τι μπόρεσα να συγκρατήσω στη μνήμη μου. Αφιερώνεται ευλαβικά σε όλα τα γλυκά ονόματα που με συνόδευσαν με τις φωνές τους (συμβουλές ή επιτιμήσεις) κι όλες τις καλοσύνες τους που ακόμη συνεχίζονται. Επίσης, στους μαθητές μου, με τους οποίους 45 χρόνια τώρα πάντα επικοινωνώ. Τους παλιούς συνάδελφους, όσοι επιζούν ακόμη, τους κατοίκους της Σύμης που πάντα αγαπώ, τη "ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΣΥΜΗΣ" και τον "ΣΥΜΙΑΚΟ" (τοπικές εφημερίδες) που μου έκαναν παρέα για πάνω από 4 δεκαετίες στην ΚΡΗΤΗ.

 

 

(Στη φωτογραφία ο σύλλογος καθηγητών του Πανορμίτειου Γυμνασίου Σύμης (1969 ή 1970;): από αριστερά (πάνω) οι Χρ. Καπότος και Στ. Χατζησταμάτης. Από κάτω αριστερά, Μιχ. Σαντορινιός, Στ. Καλαϊτζόγλου, κα Κάτρη, Ηλ. Καραγιάννης και Γ. Καπνουλλάς.) (Αρχείο Στ.Γ.Κ.)

 

 

 

... ΚΑΙ ΚΥΡΙΩΣ αφιερώνεται στο νησί της ΣΥΜΗΣ που έχουμε-μαζί με τη γυναίκα μου Χριστίνη, συνάδελφο φιλόλογο-βαθιά μέσα στην καρδιά μας. Στ.Γ.Κ.-30-1-18]



 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ:

ΠΟΤΕ κιόλας πέρασαν! Σαράντα πέντε χ ρ ό ν ι α! Κι όμως το νησί του Νιρέα είναι κυρίαρχο στη σκέψη, στις ομιλίες, στα τηλεφωνήματα, στο fb, στην παλιά αλληλογραφία μας, στις συμαϊκές εφημερίδες που μας έστελναν μέχρι πριν λίγα χρόνια, στις φωτογραφίες.

ΚΑΜΙΑ φορά λέμε: «Μα, τι τέλος πάντων, είναι μια ανάμνηση;» Παραφράζοντας μια ωραία γαλλική ρήση για τη γνώση, θα λέγαμε πως ανάμνηση είναι εκείνο που μένει μέσα μας, όταν έχουμε ξεχάσει όλα τα άλλα. Είναι τα πρόσωπα και τα ονόματα που μας σημάδεψαν, τα γεγονότα που μας πόνεσαν ή χαροποίησαν, οι παλίνδρομες μνήμες κάθε που κάποιος μαθητής απ΄τα παλιά, ή γνώριμος απ΄το νησί, θα πάρει και θα μας ζητήσει.

ΔΥΣΚΟΛΑ χρόνια. «Όλα τα’σκιαζε η φοβέρα (του χαφιέ) και τα πλάκωνε η σκλαβιά (της χούντας». Κι όμως στο νησί αισθανόσουν μια ελευθερία πρωτόγνωρη. Μέσα στο καθαρό βλέμμα των παιδιών, τη σπιρτάδα του μυαλού τους και την ανησυχία για το μέλλον τους, τα΄δινες όλα για χάρη τους.

————————————————–

 


[Στη φωτογραφία, όλος ο μαθητικός θίασος επί σκηνής στο θεατρικό έργο "Ο ΙΕΡΟΣ ΛΟΧΟΣ" του Κιτσόπουλου, που ανεβάσαμε με τους συναδέλφους Μ. Σαντορινιό και Γ. Καπνουλλά, το 1971-στα 150 χρόνια από το 1821.

Στη φωτογραφία είναι και πολλοί άλλοι συνάδελφοι, αλλά και μαθητές. Η χαρά και η ικανοποίηση είναι εμφανής στα πρόσωπα όλων. Η φωτογραφία είναι του Σωτ. Αλεξόπουλου]

 

———————————————————————————————————————————————————————————————————————-

Ο ΤΟΠΟΣ, η Σύμη, ένας μικρός επίγειος παράδεισος, λησμονημένος από Θεούς κι ανθρώπους. Έτσι, όπως τον αποτυπώσαμε φεύγοντας, ύστερα από σχεδόν πέντε χρόνια εκπαιδευτικής θητείας. Της πρώτης μας:

Σύμη, η ωχρή μοναξιά (1973)

 

«Σύμη (1):  Το  νησί όπου  βασιλεύει ένας καυτός ήλιος, μια  γκριζωπή πέτρα και μια  ήσυχη  θάλασσα. Ο ήλιος, η  πέτρα  κι  η θάλασσα: στοιχεία της ζωής και του  ονείρου.

Δυο ώρες  απ΄τη  Ρόδο  μέ  το  πλοίο  της  γραμμής∙ με   τα εμπορικά και τα ψαροκάϊκα περισσότερο. Το ταξίδι πάντα,  θαuμάσιο, μ’ ένα παντοτινό δροσερό αέρα που θαρρείς έρχεται απ΄τον  παράδεισο.

Η  θάλασσα  εδω  έχει  άλλο χρωμα… Πέφτει προς το βαθυγάλανο κι είναι πιο αλμυρή. Έτσι και τα θαλασσινά έχουν μια γεύση ιδιαίτερα νόστιμη.

Η πόλη έχει αμφιθεατρική όψι. Όταν μπαίνης στο λιμάνι,  νομίζεις πως χιλιάδες  μάτια καρφώνοvται μονομιάς πάνω  σου. Όπως, όταν βγαίνης στη σκηνή. Γι αυτό και αισθάνεσαι  ένοχος για την  εγκατάλειψή του,  την ερημιά του, την σιωπή  του. Το  μάτι σου βέβαια χαίρεται τη μεγαλοπρέπεια των σπιτιών.

 


 

 

Λές  από μέσα σου:  «Να,  μια όμορφη πόλη».  Όμως…

Περιμένεις να δης κόσμο πολύ να κυκλοφορή. Έπειτα λες πως μπορεί νά’ ναι απασχολημένος στη δουλειά. Περιμένεις την  κίνηση, τη ζωντάνια, τη χαρά.  Όμως… Τίποτε  απ’ όλα  αυτά.

Ο γιαλός ειν’  όμορφος. Το  «Χωριό»  γραφικό,  πιο όμορφο  σαν  θέα. Τα σπίτια, κτισμένα θαρρείς απ’ τον ίδιο  καλλιτέχνη,  σ’  ένα  ρυθμό:  αρχαϊκό κλασσικό,  μέ  αέτωμα  στην  πρόσοψή  τους.  Αυτός  ο  ρυθμός  εκφράζει και τη  ψυχοσύνθεση  του  ανθρώπου,  κάτοικου  αυτού  του βράχου.  Γιατί  ο  Συμιακός είναι μια  μορφή  τραγική,  χαραγμένη απ’  τη  μοίρα, το  χρόνο  και  τη  θάλασσα  τη  «λεβεντοπνίχτρα και  φαρμακερή».  Νησιώτικη  μορφή,  αντιφατική.  Που  αλλάζει  όψεις  σαν  το υγρό  στοιχείο,  που  θυμώνει  και  γαληνεύει  σαν  τον καιρό, που γελάει και κλαίει σιμά-σιμά…

Τo «Ρολόι» -το Πετρίδειο- χρόνια  τώρα, με τους μεγάλους  δείχτες του ξυπνά και κοιμίζει, με το μονότονο κτύπο  του,  την πόλη. Μας υποδέχεται ψυ­χρά, όπως χθες τους  σφουγγαράδες, όπως σήμερα εμάς, κι αύριο ποιος ξέρει ποιον…;


Κι  όμως  το  νησί  αυτό  του  ομηρικού  Νιρέα  που  πήρε  μέρος στην  εκστρατεία της Τροίας κι  ήταν  ο  πιο  όμορφος  μετά  τον  Αχιλλέα-  το  νησί  όπου  άλλοτε έσφυζε η ζωή,  όπου  κυλούσε  στα  καπηλειά  το  κρασί   και στ’αμπάρια η πρα­μάτεια της Μπαρμπαριάς,  του  Τούνεζι  και  του  Αλγέρι,  το νησί που  στη  δόξα του μέτραγε 30.000 ψυχές…,  σήμερα (σ.σ. το 1973)  αργοπεθαίνει,  λησμονημένο  απ’ ανθρώπους, Πολιτείες  και  θεούς.

Μετρήσαμε το σφυγμό του.  Κάτοικοι 2.496  στην τελευταία  απογραφή (σ.σ. 1971). Πριν δέκα χρόνια  μέτραγε  κι  άλλους  χίλιους. Προπέρυσι έγινε  εδώ  ένα συνέδριο.  «Πανσυμαϊκό»  το είπανε, για να σώσουν το νησί  απ’ τον ανελέητο μαρασμό.  Όμως…οικογένειες,  μέρα τη μέρα μισεύουν, οι μαθηταί  στό  Γυμνάσιο λιγοστεύουν  κάθε  χρόνο, τα  Δημοτικά  από  τρία γίνανε δύο  κι  ο…Τουρισμός  αργοπορεί.

Ένα δυνάστη γνωρίζεις. Τον Ήλιο, που σίγουρα θα πρέπει  να΄ναι ερωτευμένος μαζί του, αφού για δέκα μήνες, το  χαϊδεύει ως τα τελευταία μύχια του. Καυτή πέτρα, αλμυρή  πεντακάθαρη θάλασσα και μοναξιά ασκητική: στοιχεία ποιητικά, αλλά και πηγές του  παραλόγου. Εδώ  ο  νους έχει  το χρόνο ν’ αλητέψη στα μονοπάτια του νιρβάνα. Γίνεται  νωχελικός, εφησυχάζει μ’ όσα βλέπει, δεν οργίζεται γι αυτά που χάνει και δεν ζηλεύει αυτά που δεν ζη. Τόπος άφατης γαλήνης κι επαφής  με το Άπειρο, το Θεό…

Τα ερείπια  -  τά  «χαλατά»  -  είναι  οι βουβοί  μάρτυρες  της  ξένης  θηριωδίας στον  τελευταίο  πόλεμο.  Μια  αιτία  που  σκόρπισε  στα  πεντανέμια  τους  γυιούς  του  νησιού.  Φαντάζουν  στο  φεγγαρόφωτο και  ζωντανεύουν  με  τις  μεγάλες  σκιές  τους τον παλιό καλό καιρό  του  πλούτου.  Τώρα  δεσπόζουν  ασάλευτα,  χορταριασμένα,  επικίνδυνα για  τον  επισκέπτη  που  θέλει  v’  ανέβη απ’  την  «Καλή»  για  v’  αγvαντέψη την  Παναγιά  του  Κάστρου,  το  λιμάνι  ή την  Ανατολή.


Tο  θέαμα από το  «Χωριό»  είναι  αποκαλυπτικό:  Το  λιμάνι  του  Θεού  σε  σχήμα πετάλου, το  «Χαράνι»,   με  κορώνα.  την  εκκλησία  του  Εύαγγελισμου  και  πιό  πέρα, στο βάθος,  ο Νημπορειός,  η Νύμος  με  την Ανάληψη.  Όλα σε καλούν σιμά του. Μια απέριττη  θαλασσογραφία,  σπάνια.  σε  γραφικότητα,  χρώμα,  φως,  γλυκύτητα.

Το αισθάνεσαι  πως  το  νησί  αργοσβήνει  επειδή  το  θέλει  η μοίρα  του: η μοίρα των παιδιών του που  λιποτακτούν  και  δεν  ξαναγυρίζοuν.

Το σκηνικό στη χαρά και στη λύπη δεν αλλάζει: Τo νησί,  πάντα ψυχρό, βλέπει με απάθεια τα  παιδιά  του  να  σμίγουν  στο πανηγύρι του «Πανορμίτη», και το ίδιο πάλι, με  βουλιμία, χωνεύει αυτούς που  λάκισαν κι έχουν σαν τάμα να ξεκουρασθούν στον  κόρφο  του για  πάντα.  Το  νερό  είναι  βρόχινο.  Από  τη  στέρνα για να  πιης και να  πλυθής.  Δρόμοι  δεν  υπάρχουν.  Υπάρχει  μόνο  ο  ήλιος,  αιώνιος μάρτυς,  σιωπηλός,  στήν  τραγωδία. Και  μια  θάλασσα  που τρώει λίγο-λίγο το σκληρό βράχο…

Κι όμως, οι αυλές την άνοιξη μυρίζουν δυόσμο και  γαρδένιες.

Η ζωή γελά στα ξένοιαστα πρόσωπα των  παιδιών.  Το  τραγούδι  του καημού και της αγάπης ψιθυρίζεται παντού κι  η ελπίδα, σιμά στην καλωσύνη και την φιλοξενία,  αποδιώχνει  τους κακούς καιρούς και αγκαλιάζει  ανοιχτόκαρδα το μέλλον»

——

-(1) Στ. Γ. Κλώρης, «Σύμη, η Ωχρή Μοναξιά» (οδοιπορικό) με μότο τους στίχους του Γ. Σεφέρη:

«Ο τόπος μας είναι κλειστός, όλο βουνά/που  έχουνε  σκεπή  το  χαμηλό  ουρανό μέρα και νύχτα…» . Στα «ΚΡΙΤΙΚΑ ΦΥΛΛΑ», τόμος Β’ τ. 11, Σεπτ. 1973, , σελίδες 334-335

 

——————————————————–

ΕΝΑΣ ΑΛΛΟΣ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ

ΕΧΕΙ πολλές φορές τονιστεί ο ευεργετικός ρόλος της ύπαρξης του τοπικού τύπου για τις «στενές» κοινωνίες της περιφέρειας… Έτσι, δεν αντέχουμε στον πειρασμό να μη σταθούμε σε δυο τοπικά φύλλα  ενός πολύ μικρού και αγαπημένου μας νησιού, που βρίσκεται κυριολεκτικά στο στόμα της Τουρκίας, της Σύμης.

ΠΕΡΑΣΑΝ πάνω από  40 χρόνια αφ΄ ότου φύγαμε από το νησί του Νιρέα, τη Σύμη, και οι τότε μαθητές μας, μη θέλοντας να «κόψουμε» τις γέφυρες επικοινωνίας, μας κάνουν την τιμή να μας στέλνουν-ανά δίμηνο-τις ειδήσεις του μικρού νησιού τους.

Και δεν είναι μόνο οι καλοεκτυπωμένες εφημερίδες τους «Ο Συμιακός» -του παλιού καλού δάσκαλου Ζουρούδη ή «Η Φωνή της Σύμης»- του Σαράντη, ούτε τα ευχάριστα ή δυσάρεστα νέα των παλιών μας φίλων…

Είναι ότι οι εφημερίδες τους έχουν απήχηση και εκτός του στενού κύκλου των 2.500 χιλιάδων κατοίκων του νησιού: κυκλοφορούν σε Ρόδο, Πειραιά, εξωτερικό. Εξάλλου, η Σύμη μπορεί να είναι μικρή σε έκταση και πληθυσμό, όμως είναι γνωστή στο πανελλήνιο. Τόσο για το ετήσιο πολιτιστικό/πολιτικό «Φεστιβάλ» της, όσο και για τους ανήσυχους ανθρώπους της που διαπρέπουν στο εξωτερικό.

ΕΚΕΙΝΟ που επιπλέον εντυπωσιάζει (ειδικά με τη «Φωνή της Σύμης» που εκδίδεται στο νησί) είναι ότι έχει βραβευθεί από την Ακαδημία Αθηνών, αλλά και από την «Ένωση Ευρωπαίων Δημοσιογράφων» (Κ. Καλλιγάς), για την ουσιαστική προσφορά της στα θέματα του νησιού…

Όταν το μεράκι και η αγάπη για τον τόπο μπαίνουν μπροστά, κανένα εμπόδιο δεν τα σταματά. (Στ.Γ.Κ.)

 



Σχολιάστε