"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

Παιδοπόλεις Λητή (Θεσσαλονίκης), «Άγ. Δημητριος» (Θεσσαλονίκης) και «Αγία Ειρήνη» (Θεσσαλονίκης)

 

 

 

 

ΠΑΙΔΟΠΟΛΕΙΣ Λητή, «Άγιος Δημήτριος», «ΑΓΙΑ ΕΙΡΗΝΗ» (1947-1950)

Αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο (Στ.Γ.Κ.):


«… Ήμουν δεν ήμουν 5 ½ χρόνων  το Νοέμβριο του 1947, όταν η μάνα μου αποφάσισε, κατά προτροπή του αδελφού της Στέλιου, μετά τους πολλούς θανάτους από τους κομμουνιστοσυμμορίτες των πιο αγαπημένων συγγενικών της προσώπων, να μας πάει στις Παιδοπόλεις της Φρειδερίκης: Εμένα, τον μεγάλο μου αδελφό Κώστα και τον μικρό μου θείο- τον αδελφό της τον Κυριάκο.

Στο χωριό, μετά και το δεύτερο κάψιμο του χωριού από τις ορδές του Μάρκου (1947), ήταν αδύνατο να ζήσουμε. Τα γεγονότα επίσης του καψίματος του σχολειού μας, με τα βιβλία και τα αρχεία της κοινότητας, και αμέσως μετά και του φτωχικού και χιλιορημαγμένου από το θάνατο σπιτιού μας, τα έζησα τόσο έντονα που η οσμή από την καμμένη σάρκα των ζώων και των ανθρώπων, που δέσποζε σε όλο το χωριό, υπάρχει ακόμη στη μύτη μου!

Δεν θα ήταν καθόλου εύκολο να μείνουμε πια σε ένα τόσο νεκρό και εχθρικό περιβάλλον! Κανείς Θεός δεν θα μπορούσε να μας γλιτώσει.

«Ο εμφύλιος στα χωριά μας μαινότανε επί χρόνια-από το 1944 και έπειτα- και η μάνα μου είχε ήδη χάσει από το 1944 μέχρι και το 1947 τον άντρα της Γιώργο (1944), το μεγαλύτερο αδελφό της Αναστάση (1944), τον πατέρα της Σάββα (1946) από προδοσία της αδελφής της Ελένης, έπειτα τη μάνα της την Παρθένα με τη μικρότερη αδελφή της τη Μέλη (Μελπομένη) (1946).

Άλλους σε μάχες (Κιλκίς), άλλους σε συμπλοκές (Ευκαρπία) με τους αντάρτες,  και άλλους μέσα στη Βάθη από οικεία πρόσωπα «ενταγμένα» στον κομμουνισμό!

Οι εκτελέσεις έγιναν  σε μπλόκα ή με συνοπτικές διαδικασίες από τους αντάρτες- του λεγόμενου «δημοκρατικού» στρατού!  Έγκλημά τους; Ένα και μόνο: Έτυχε να είναι από την «άλλη πλευρά»!  Ο τρόπος εκτέλεσής τους ανείπωτος, απερίγραπτος . Ο πόνος της μάνας μου απύθμενος…

«Με τον Κώστα, το μεγαλύτερο αδελφό μου και τον Κυριάκο, το μικρότερο εν ζωή αδελφό της μάνας μου, πήγαμε κάποια ψυχρή νοεμβριάτικη μέρα  του 1947 στη Θεσσαλονίκη, μαζί με άλλες μανάδες του χωριού που θέλανε κι αυτές να δώσουν τα παιδιά τους στις Παιδοπόλεις (η φωτογραφία στο καϊκι στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης είναι από το προωπικό μου αρχείο) για να τα σώσουν από τους κομμουνιστοσυμμορίτες που δεν είχαν έλεος για κανένα μας. Κι αυτές οι μάνες είχαν χάσει άνδρες και αδέλφια.

Αλλά και η φτώχεια ήταν πια τόσο μεγάλη στο χωριό που δεν τους επέτρεπε να έχουν τα παιδιά τους μαζί τους…

 

[Οικογένειες ανταρτόπληκτων-και η δική μας- στη Θεσσαλονίκη το 1947- Είμαι δεξιά, ο μικρότερος της παρέας, δίπλα από τη γυναίκα με το κοριτσάκι! Αρχείο Στ.Γ.Κ.]

«-Στην αρχή μάς πήγε, όπως της είπαν, στη Λητή-ένα χωριό λίγο έξω από τη Θεσσαλονίκη, κοντά στο Δερβένι. Θυμάμαι τις μεγάλες σκηνές στις οποίες οι κυριές των Τιμών κάνανε την επιλογή των παιδιών για τις παιδοπόλεις. Η μάνα μου κρατούσε και την αδελφή μου, τη Σεβαστή που ήταν δυο χρόνια μεγαλύτερή μου. Οι κυρίες είπαν πως ήμουν πολύ μικρός και θα προτιμούσαν να κρατήσουν το κορίτσι! Η μάνα μου είπε πως το κορίτσι το χρειαζόταν για το σπίτι να κάνει καμιά δουλειά, όσο θα έλειπε η ίδια στα μεροκάματα.

Έτσι με κράτησαν, παρά το ασταμάτητο κλάμα μου και την προσπάθειά μου να κρατηθώ από το φουστάνι της και να την ακολουθήσω από πίσω για πολλά μέτρα…Στη Λητή θυμάμαι ότι μέναμε σε ένα μεγάλο παραλληλόγραμμο διώροφο κτήριο με μεγάλους θαλάμους και διπλά σιδερένια στρατιωτικά κρεβάτια που το ένα εφάρμοζε πάνω στο άλλο. Μάλλον θάτανε κάποιος στρατώνας εγκαταλειμμένος. Όχι, δεν μείναμε για πολύ εκεί επειδή οι αντάρτες του στρατηγείου της κεντρικής μακεδονίας (Μάρκος Βαφειάδης) έκαναν αλλεπάλληλες επιθέσεις για να μας πάρουν. Τουλάχιστον θέλανε να αρπάξουν τα μεγαλύτερα σε ηλικία παιδιά, δηλαδή πάνω από δέκα ετών, για εφεδρεία γιατί βλέπανε ότι δεν είχαν πια άλλους να στρατολογήσουν από τα χωριά μας. Οι περισσότερες ανταρτόπληκτες οικογένειες είχαν ήδη καταφύγει σε συγγενείς τους στα μεγάλα αστικά κέντρα όπου δεν τολμούσαν να πλησιάσουν οι αντάρτες… Σαν να βλέπω και τώρα τα αεροπλάνα εκείνης της περιόδου με τις 2 έλικες να χαμηλώνουν κι εμείς να τρέχουμε να κρυφτούμε σε υπόστεγα ή μέσα στο μεγάλο κτήριο από το φόβο μας. Γινόταν  βομβαρδισμός των θέσεων των ανταρτών από τον εθνικό στρατό, ωστόσο οι υπέυθυνοι μάς πήραν μια νύχτα και μας κατέβασαν στην παιδόπολη που είχε τότε ανοίξει τότε, τον «Άγιο Δημήτριο», επί της 26ης Οκτωβρίου, στο Βαρδάρι, στη Θεσσαλονίκη.

«-Στον «Άγιο Δημήτριο» δεν ξέρω πάλι πόσο μείναμε. Ήμασταν πολλά παιδιά. «Αρχηγός» ήταν ένας στρατιωτικός, Παπαδημητρίου ονομαζόμενος, πολύ αυστηρός και κακομούτσουνος.

 

[Το κτήριο της Παιδόπολης "Άγ. Δημήτριος" Θεσσαλονίκης, στη δεκαετία του 1950- Αρχείο Λ. Γερασίμου]

Υπήρχε κι εδώ ένα μεγάλο κτήριο, μάλλον κι αυτός παλιός στρατώνας, με δυο τεράστιους θαλάμους και διπλά σιδερένια κρεβάτια. Εμάς τα μικρά μας είχαν στα τόλ που ήταν στο βάθος του στρατοπέδου. Το κρύο ήταν ανυπόφορο και πολλές φορές για να ζεσταθούμε κοιμόμασταν δυο-δυο στο ίδιο κρεβάτι! Θυμάμαι επίσης ότι εδώ το 1948-1950, έβγαλα τις δυο τάξεις του δημοτικού σχολείου Α’ και Β’), που βρισκόταν στον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό. Πηγαίναμε με τα πόδια και μέσα σε λάσπες και βροχές ή με κανένα στρατιωτικό τζέιμς. Όμως μας άρεσαν τα γράμματα. Το σχολείο ήταν μικρό, μονοκατοικία θύμιζε, ήμασταν και λίγα παιδιά-αγόρια κορίτσια- και είχαμε δασκάλες. Τα Χριστούγεννα μαθαίναμε το «Στη γωνιά μας κόκκινο, τ’ αναμμένο τζάκι/τούφες χιόνι πέφτουνε, στο παραθυράκι…», του Στέλιου Σπεράντσα. Κ

Και πράγματι τραγούδι, γιορτές και καιρός πήγαιναν μαζί με το μικρό και φτωχό χριστουγεννιάτιο δεντράκι, το στολισμένο με βαμβάκι, στο περβάζι δίπλα από τη δασκάλα μας. Ονειρευόμαστα γλυκά όνειρα αναίμακτα…


«-Μετά μας πήγαν στην «ΑΓΙΑ ΕΙΡΗΝΗ», κάπου στο Ντεπό Θεσσαλονίκης. Το κτήριο ήταν πολύ εντυπωσιακό και είχαμε μαζευτεί εκατοντάδες παιδιών. Εκεί υπήρχε μια αρχηγός, κα «Γενική» όπως τη φώναζαν όλα τα παιδιά.  Κοντή, μαυροφορεμένη, με κότσο τα μαλλιά της, γυναίκα του κουτσού του κυρ-Μάνου του οδηγού του φορτηγού της Παιδόπολης. Η κα γενική προσπάθησε να μας «ανατάξει» από τις σκληρές αναμνήσεις, αλλά ήμασταν τόσα πολλά παιδιά που δυσκολεύονταν και οι ομαδάρχισσες.

 

[Στη φωτογραφία η κα Γενική πολύ αργότερα, αριστερά με ένα εγγονάκι της. Αρχείο Λ. Γερασίμου]

Ξαναείδα μερικές από τις λεγόμενες «κυρίες των τιμών», ως επισκέπτριες και υπεύθυνες πια της παιδόπολης: την κα Λελούδα, την κα Νταουντάκη, την κα Παπαρηγοπούλου. Όλες τους με στρατιωτικές στολές, συνήθως στο μπλέ/ραφ χρώμα, με μπερεδάκι. Ήταν ενταγμένες στην υπηρεσία της Α.Μ. της βασίλισσας Φρειδερίκης, για τη σωστότερη οργάνωση και λειτουργία των παιδοπόλεων. Θα τις βλέπω και στις άλλες παιδοπόλεις, για τουλάχιστον άλλα 10-11 χρόνια (1961). Στην «Αγία Ειρήνη» πρωτογνώρισα τους αδελφούς Μπαχατίρογλου, ειδικά τον Πρόδρομο, Ήταν παιδιά αριστερής οικογένειας. Αυτό δεν μας εμπόδισε σε τίποτε να παραμείνουμε φίλοι, να γίνουμε συγγενείς και φίλοι μέχρι θανάτου (ο Πρόδρομος πέθανε το 1997).

«Και στην Αγία Ειρήνη υπήρχαν τολ στα οποίαφιλοξενούνταν δεκάδες ορφανών. Μια μέρα μας συγκέντρωσαν σε ένα μεγάλο τολ, θα ήτανε το 1948, ήλθαν παπάδες και επίσημοι και κάναμε ένα μνημόσυνο «για τα 28.000 απαχθέντα Ελληνόπουλα» από τους κομμουνιστοσυμμορίτες. Έτσι μας είπαν κι αυτό υπήρχε στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα.  Εκεί, είδαμε και την πρώτη κινηματογραφική ταινία (μια ταινία του Γουόλτ Ντίσνεϊ, σε κινούμενα σχέδια). Ήταν προπαγανδιστική: είχε το τίτλο «ο Ουρανός πέφτει!» και έδειχνε τις πονηρίες μιας αλεπούς (Κομμουνισμός) στο να πείσει μερικές κότες να εγκαταλείψουν το περιφραγμένο κοτέτσι τους (Ελεύθερος Κόσμος) και να πάνε μαζί της (στο Σιδηρούν Παραπέτασμα). Εμείς δεν καταλαβαίναμε από αυτά, απλά γελούσαμε στη μιζέρια μας με τα παθήματα της αλεπούς. Ούτε μας κάνανε ειδικό μάθημα! Έβγαζε ο καθένας τα συμπεράσματά του.

«Θυμάμαι επίσης, πως μια μέρα ο πρωτοξάδελφός μας, ο Αποστόλης, μικρός κι αυτός όπως εμείς, έφερε μια βαλίτσα σαν το μπόι του.

 

 

 

{Στη φωτογραφία ο θείος μου Κυριάκος (δεξιά) με ένα φίλο του, στα σκαλιά του κτηρίου της Παιδόπολης  «Αγία Ειρήνη».-Στ.Γ.Κ.]

 

Με αυτήν, αφού έβαλε τα πράγματά του ο Κυριάκος, ταξίδεψε μέχρι την Αθήνα. Ήταν Δεκέμβρης του 1950 κι εμάς μας πήραν με μεγάλα τζέιμς και μας πήγαν στην Παιδόπολη «Καλή Παναγιά», στο Βέρμιο Ημαθίας…» (Στ.Γ.Κ.)


Σχολιάστε