"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

HENRY MILLER –Quit days in Clichy

 

 

 

 

HENRY  MILLER –Quit days in Clichy

(απόσπασμα από το βιβλίο. Οι εικόνες είναι από την ομώνυμη δανέζικη ταινία του 1970.)

“…Bραδιάζει καθώς γράφω, κι οι άνθρωποι πάνε για δείπνο. Γκρίζα, μουντή η μέρα, σαν κι αυτές που συχνά βλέπεις στο Παρίσι. Σαν τριγύριζα στο τετράγωνο για να πάρουν τον αέρα τους οι σκέψεις μου, δεν μπόρεσα να μην σκεφτώ την τρομερή αντίθεση ανάμεσα στις δύο πόλεις (τη Nέα Υόρκη και το Παρίσι). Ίδια ώρα, μια ίδιου είδους μέρα, κι ωστόσο ακόμα και η λέξη «γκρίζα», που μου ’φερε το συνειρμό, λίγα έχει κοινά μ’ αυτό το γκρίζο που, σ’ ενός Γάλλου τα αυτιά, είναι ικανό ν’ ανακαλέσει ένα σύμπαν σκέψεων και αισθημάτων. Καιρό πριν, σαν βάδιζα στου Παρισιού τους δρόμους, και άπλωνα στοχαστικά το βλέμμα στις υδατογραφίες που μου ένευαν απ’ τις προθήκες, ένιωθα έντονα την αλλόκοτη, μοναδική απουσία αυτού που ξέρουμε ως γκρι του Έντγκαρντ Πέιν. Το αναφέρω επειδή το Παρίσι είναι η κατεξοχήν πόλη του γκρίζου. Το αναφέρω επειδή, στην επικράτεια της υδατογραφίας, οι αμερικανοί ζωγράφοι χρησιμοποιούν το ετοιματζίδικο γκρίζο υπερβολικά και με καντάρια ιδεοληψίας. Στη Γαλλία, του γκρίζου οι αποχρώσεις είναι, θαρρείς, αναρίθμητες· εδώ, η ίδια η αίσθηση του γκρίζου έχει χαθεί.
Αναθυμόμουν τούτο το απέραντο σύμπαν του γκρίζου που είχα γνωρίσει στο Παρίσι επειδή, τούτη την ώρα, εκεί θα σουλατσάριζα στα βουλεβάρτα κατά το συνήθειό μου, ενώ εδώ αδημονώ να γυρίσω σπίτι και να στρωθώ στο γράψιμο: να μια απόλυτη αντιστροφή των κανονικών συνηθειών μου. Εκεί, η μέρα μου θα είχε πια τελειώσει και θα ’χα την παρόρμηση να βγω έξω κι ένα να γίνω με το πλήθος. Εδώ, το πλήθος, αδειανό από κάθε χρώμα, στερημένο από την όποια απόχρωση, δίχως διάκριση καμιά, με ωθεί πίσω στον εαυτό μου, με οδηγεί πίσω στο δωμάτιό μου, με κάνει στην κάμαρά μου με τη φαντασία μου να γυρέψω εκείνα τα στοιχεία μιας ζωής που τώρα έχω χάσει, εκείνα τα στοιχεία που, όταν σμίξουν και αναμειχθούν και με κατακλύσουν, μπορούν και πάλι να μου δώσουν εκείνα τ’ απαλά φυσικά γκρίζα που τόσο αναγκαία είναι για τη δημιουργία μιας πλήρους και χορτασμένης και αρμονικής υπάρξεως. Σαν κοίταζα κατά τη Sacré Cœur, απ’ οποιοδήποτε σημείο της οδού Λαφίτ, μια μέρα σαν κι αυτή, μια ώρα σαν τώρα, μπορούσα πάραυτα να γίνω της έκστασης δεσμώτης. Αυτό συνέβαινε ακόμα κι αν ήμουν άφραγκος, ακόμα κι αν πεινούσα, ακόμα κι αν δεν είχα μέρος να ξαποστάσω. Εδώ, έστω και με χίλια δολάρια στην τσέπη, δεν ξέρω θέα που να μπορεί σ’ έκσταση να με οδηγήσει.

 

Μια γκρίζα μέρα στο Παρίσι, συχνά άλλο δεν έκανα παρά να περπατήσω προς την Πλατεία Κλισί, στα μέρη της Μονμάρτρης. Απ’ το Κλισί στο Oμπερβιλιέ, βλέπεις μια μακριά παράταξη από καφενεία και φαγάδικα, από θέατρα και κινηματογράφους, από ψιλικά-νεωτερισμούς, από ξενοδοχεία, από μπορντέλα. Είναι το Μπρόντγουεϊ του Παρισιού που αντιστοιχεί σ’ εκείνη τη μικρή έκταση ανάμεσα στην 42η και την 53η Oδό. Το Μπρόντγουεϊ είναι πολύβουο, πολύκοσμο, ιλιγγιώδες κι εκκωφαντικό, δεν έχεις μέρος να σταθείς εκεί. Απεναντίας, η Μονμάρτρη είναι νωθρή, τεμπέλικη, και ράθυμη, και ρυπαρή κομμάτι, θα ’λεγες ατημέλητη, διόλου μεγαλόπρεπη μα τόσο θελκτική, τόσο σαγηνευτική, καίτοι δεν λάμπει μα λαμπυρίζει, θαρρείς με μια φλόγα που υποβόσκει. Το Μπρόντγουεϊ μοιάζει συναρπαστικό, ακόμα και μαγικό πολλές φορές, μα δεν υπάρχει φλόγα εκεί, δεν έχει θάλπος ― είναι μια επίδειξη φωταγωγημένου αμίαντου, είναι του διαφημιστή ο παράδεισος. Η Μονμάρτρη είναι φθαρμένη, ξεφτισμένη, παραμελημένη, ωμά διεφθαρμένη, άπληστη, άξεστη, χυδαία, ξεπουλημένη. Είναι πιότερο απωστική παρά ελκυστική, η έκλυση ηθών ενσαρκωμένη. Έχει μικρά ποτάδικα, κατάμεστα αποκλειστικά με πόρνες, μαστροπούς και τζογαδόρους, που δεν πα’ να περάσεις αποκεί χίλιες φορές, πάντα θα σε ξεζουμίζουνε και θύμα τους θα σε κάνουν. Στα πλαϊνά σοκάκια υπάρχουν ξενοδοχεία, που τόσο δυσοίωνη είναι η ασχήμια τους ώστε ανατριχιάζεις στη σκέψη ότι μπορεί να μπεις εκεί, κι ωστόσο είναι αναπόδραστο ότι κάποτε θα περάσεις τη νύχτα σου σ’ ένα απ’ αυτά, ίσως και μια βδομάδα, ίσως και μήνα ολάκερο. Μπορεί μάλιστα τόσο να γίνεις ένα με το μέρος ώστε να διαπιστώσεις κάποια στιγμή ότι ολάκερη η ζωή σου έχει μεταμορφωθεί και ότι αυτό που κάποτε θεωρούσες σιχαμερό και ρυπαρό κι ελεεινό έχει τώρα γίνει σαγηνευτικό και τρυφερό και όμορφο. Τούτη η δόλια και δολερή έλξη της Μονμάρτρης οφείλεται, θαρρώ, στην απροκάλυπτη διακίνηση του σεξ. Το σεξ δεν είναι εδώ ειδυλλιακό, ιδίως σαν γίνεται εμπόρευμα, αλλά απλώνει πράγματι ένα άρωμα, μιαν ευωδιά διαχέει, πικάντικη και νοσταλγική, που είναι πολύ πιο μεγαλόπρεπη και σαγηνευτική από το τόσο λαμπρά φωταγωγημένο κι απαστράπτον Γκέι Γουάιτ Γουέι. Μάλιστα είναι καμπόσο φανερό ότι η αισθησιακή ζωή του σεξ καλύτερα θάλλει σ’ ένα αμυδρό, μουντό, χαμηλωμένο φως: σαν στο σπίτι της είναι στο κιαροσκούρο κι όχι στου νέον τη λάμψη την επίπεδη.

 

 

Σε μια γωνιά της Πλατείας Κλισί θα δεις το Καφενείο Βεπλέρ που για μια περίοδο μεγάλη ήταν το αγαπημένο στέκι μου. Έχω καθίσει εκεί, στο εσωτερικό του και στο αίθριο, κάθε ώρα της μέρας και της νύχτας, με κάθε λογής καιρό. Το ήξερα σαν την παλάμη μου. Τα πρόσωπα των σερβιτόρων, των ιδιοκτητών, κάθε ταμία και κάθε πόρνης, κάθε θαμώνα, ακόμα και κάθε καθαρίστριας στις τουαλέτες, είναι στη μνήμη μου χαραγμένα, θαρρείς και αποτελούνε την εικονογράφηση ενός βιβλίου που καθημερινά διαβάζω. Θυμάμαι την πρώτη μέρα που μπήκα στο Καφενείο Βεπλέρ, στα 1928, μαζί με τη γυναίκα μου· θυμάμαι το σοκ που έπαθα σαν είδα μια πόρνη να σωριάζεται τύφλα στο μεθύσι σ’ ένα από τα τραπεζάκια στο αίθριο και να μην τρέχει κανένας να τη βοηθήσει. Σάστισα και τρόμαξα από τη στωική απάθεια των Γάλλων· κι ακόμη σαστίζω και τρομάζω, παρά τις τόσες τους καλές πτυχές που έκτοτε μπόρεσα να γνωρίσω. «Δεν είναι τίποτα, μονάχα μια πουτάνα… μεθυσμένη». Ακόμη ακούω τα λόγια εκείνα. Ακόμη και σήμερα μου φέρνουν ανατριχίλα. Αλλά είναι κατεξοχήν γαλλική αυτή η στάση, κι αν δεν μάθεις να την αποδέχεσαι δεν θα ’ναι διόλου ευχάριστη η διαμονή σου εκεί.

Σαν ήταν γκρίζα η μέρα και μουντή, όταν παντού, εκτός απ’ τα μεγάλα καφενεία, σε διαπερνούσε το κρύο, αδημονούσα ευφρόσυνα να περάσω μια δυο ώρες στο Καφενείο Βεπλέρ προτού πάω να δειπνήσω. Η ρόδινη ανταύγεια που απλωνόταν σ’ όλο το μέρος, απόρρεε, θαρρείς, από τις πόρνες που συνάζονταν συνήθως στην είσοδο σιμά. Καθώς βαθμιαία διασκορπίζονταν ανάμεσα στους πελάτες, το μέρος γινόταν όχι μονάχα θαλπερό και ρόδινο, μα και ευώδες. Θρόιζαν και φτερούγιζαν μες στο αμυδρό το φως σαν αρωματισμένες λαμπυρίδες. Εκείνες που δεν ήσαν τυχερές να βρουν έναν πελάτη λικνίζονταν αργά κι έβγαιναν πάλι στο δρόμο, μα δεν αργούσαν συνήθως πάλι να επιστρέψουν και στην παλιά τους θέση να ξανακαθίσουν. Άλλες, εντωμεταξύ, με κορδωμένη περπατησιά έμπαιναν στο καφενείο, δείχνοντας ξεκούραστες κι ολόδροσες κι έτοιμες για τη δουλειά της νύχτας. Στη γωνιά όπου συνάζονταν συνήθως διεξαγόταν κάτι σαν συνδιαλλαγή, ήταν, θαρρείς, η αγορά του σεξ, με τα πάνω της και τα κάτω της, όπως σε κάθε άλλη αγορά. Μια μέρα βροχερή ήταν συνήθως μια μέρα επικερδής, έτσι είχα καταλάβει. Μονάχα δύο πράγματα μπορείς να κάνεις μια μέρα βροχερή, λέει ο κόσμος, κι οι πόρνες ποτέ δεν έχαναν το χρόνο τους παίζοντας με την τράπουλα.
Ήταν αργά το απόγευμα μιας μέρας βροχερής, σαν εντόπισα μια νεοφερμένη στο Καφενείο Βεπλέρ. Είχα βγει για ψώνια, και τα χέρια μου ήσαν κατάφορτα με βιβλία και πλάκες γραμμοφώνου. Θα πρέπει να είχα λάβει κάποιο απρόσμενο έμβασμα απ’ την Αμερική τη μέρα εκείνη γιατί, μ’ όλες τις αγορές που είχα κάνει, μου απόμεναν κάτι εκατοντάδες φράγκα στην τσέπη. Κάθισα σιμά στο μέρος της συναλλαγής, περιβαλλόμενος από μιαν αγέλη πόρνες που πεινούσαν και αδημονούσαν, αλλά φρόντισα εύκολα να τις αποφύγω μιας και το βλέμμα μου ήτανε στυλωμένο στο συγκλονιστικό κάλλος αυτής που καθόταν παράμερα στην άλλη άκρη του καφενείου. Είπα μέσα μου πως ήταν μια ελκυστική νέα γυναίκα που είχε ραντεβού με τον αγαπημένο της και είχε φτάσει πιο νωρίς. Είχε παραγγείλει ένα απεριτίφ που το ’χε αφήσει σχεδόν ανέγγιχτο. Όταν περνούσε κάποιος άντρας από μπροστά της, τον κοίταζε με μια ματιά πλήρη, σταθερή, που τίποτα δεν υπονοούσε ― οι Γαλλίδες δεν αποστρέφουνε το βλέμμα όπως κάνουν οι Αγγλίδες και οι Αμερικανίδες. Κοιτούσε ολόγυρα με ύφος γαλήνιο, επιδοκιμαστικό, αλλά δίχως να δίνει την εντύπωση ότι θέλει να τραβήξει την όποια προσοχή. Ήταν διακριτική και αξιοπρεπής, όλο αυτοκυριαρχία και αυτάρκεια. Περίμενε. Περίμενα κι εγώ. Είχα την περιέργεια να δω ποιον περίμενε. Ύστερα από μισή ώρα, κι ενώ ως τότε κατάφερα μερικές φορές το βλέμμα της να αποσπάσω, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι δεν περίμενε κανέναν συγκεκριμένο, μονάχα ίσως αυτόν που θα την πλησίαζε με τον πιο κατάλληλο τρόπο. Συνήθως, δεν έχεις παρά να στείλεις το μήνυμα μ’ ένα απαλό κούνημα του κεφαλιού ή μ’ ένα νεύμα, και τότε η κοπέλα αφήνει το τραπέζι της κι έρχεται στο δικό σου ― αν είναι τέτοιας λογής κοπέλα. Δεν ήμουν σίγουρος ακόμη. Μου φαινόταν ότι παραήταν καλή για μένα, πολύ καλοβαλμένη, πολύ ―ε, τι να πω;― μοσχαναθρεμμένη.»

 

(Οι φωτογραφίες είναι από την ομώνυμη με το μυθιστόρημα του Χ. Μίλλερ ταινία -της δεκαετίας του 1970. Ήμουν στο Παρίσι με υποτροφία.  Ήταν συγγραφέαςτης μόδας, με τα ανατρεπτικά για τα μέχρι τότε ήθη της κοινωνίας. Το 1968 μόλις είχε σιγήσει . Ήταν παρελθόν, όμως οι ελευθεριότητες -όχι μόνο οι σχετικές με το σεξ- «κυκλοφορούσαν» κατά κόρον παντού, ειδικότερα στη λογοτεχνία. Στ.Γ.Κ.)


Σχολιάστε