"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

Στον απόηχο μιας Μάχης (Χ.Ν., 22-5-17)

 

 

 

 

ΣΤΟΝ ΑΠΟΗΧΟ ΜΙΑΣ ΜΑΧΗΣ…

 

ΠΡΙΝ 76 χρόνια, στα τέλη του Μάη του 1941, κάθε οργανωμένη αντίσταση στην Κρήτη εναντίον των Γερμανών έδειχνε να σβήνει. Με τη φυγή δεν των συμμαχικών στρατευμάτων, το νησί αφηνόταν στο έλεος του κατακτητή. Ερχόταν το τέλος μιας από τις πιο ένδοξες και δραματικές στιγμές της ιστορίας της πολύπαθης Κρήτης… Από τις 20 Μαΐου του 1941 επίλεκτες αερομεταφερόμενες δυνάμεις των ναζί (αλεξιπτωτιστές), λίγο μετά την κατάληψη των Αθηνών, άρχισαν την επίθεση κατά του «Φρουρίου Κρήτη» ελπίζοντας πως θα «ξεμπέρδευαν» μ’ αυτό σε μια μέρα!

 

ΟΜΩΣ, η επίθεση αυτή κόστισε στους Γερμανούς πανάκριβα σε έμψυχο υλικό (περί τις 4.200 νεκροί, χιλιάδες άλλοι τραυματίες και αιχμάλωτοι-τελικός αριθμός περί τις 8.000). Ακόμη κι αυτό το μέχρι τότε θεωρούμενο ως αήττητο «όπλο», οι αλεξιπτωτιστές, δεν ξαναχρησιμοποιήθηκε ποτέ από τον Χίτλερ (1). Ο Τσόρτσιλ, στα απομνημονεύματά του, ομολογεί ότι από δικό του κακό υπολογισμό δεν είχε φροντίσει να οχυρώσει έγκαιρα την Κρήτη. Παρόλα αυτά η τιτάνια αντίσταση του Κρητικού λαού και τα πλήγματά που επέφερε μαζί με τους συμμάχους εναντίον των Γερμανών ήταν τέτοια, ώστε σχεδόν σε κάθε κρητικό χωριό που υπήρχε αντίσταση, οι Γερμανοί να σκοτώνουν εν ψυχρώ αθώους, να λεηλατούν, να καίνε και να καταστρέφουν σπίτια και περιουσίες! Αυτό το μένος και η βαρβαρότητα απέναντι σε ένα λαό, από παράδοση εραστή της ελευθερίας, αποδεικνύεται από τα δεκάδες «μαρτυρικά» χωριά στην Κρήτη.

 

ΕΠΟΜΕΝΟ, λοιπόν, κι ο απόηχος της μοναδικής αυτής Μάχης να έχει διαποτίσει  τόσο την ποίηση (λαϊκότροπη ή μη) όσο και την εν γένει ελληνική (και όχι μόνο) λογοτεχνία/καλλιτεχνία (μυθιστορία, αφήγηση, κινηματογράφος, ζωγραφική, γλυπτική κ.ά.)… Ο Λουκάς Κούσουλας (1929-) Ρουμελιώτης εκπ/κός, δοκιμιογράφος, ποιητής και συγγραφέας, στο αφήγημά του «Το Βουνό» (2), γράφει για μια τυχαία γνωριμία που είχε με Κρητικούς πολεμιστές του αλβανικού μετώπου. Αλλά και για τη μετέπειτα δραματική «συνάντησή» τους:

  • «Τo Μάη του ’41, μια  δεκαπενταριά μέρες πρίν τή μάχη της Κρήτης, βρέθηκαν στό χωριό γυρνώντας κι αυτοί απ’το  αλβανικό, χωρίς όμως και να μποροϋν να  μπαρκάρουν αμέσως για το νησί τους, μια  τριανταριά  Κρητικοί στρατιώτες. Έπρεπε, λέει, ν’αλλάξουν αμέ­σως τα στρατιωτικά με χωριάτικα, να περνούνε για  ντόπιοι κι αυτοί, αν δεν ήθελαν να βρεθούν πιασμένοι απ’τούς Γερμανούς «ώς αιχμάλωτοι πολέμου» (…) Κάθε απόγευμα, μόλις ο ήλιος ακουμποϋσε στη ράχη, με τον άλλο κόσμο μαζί, τελείως  αξεχώριστοι απ ‘τους  συμπατριώτες, καταφτά­νανε στα μαγαζιά της πλατείας να μάθουν κι αυτοί τα νεώτερα. Φαρμάκι βέβαια στο τέλος και δηλητήριο.

Το αεροδρόμιο του Δαδιού ήταν κοντά μας. Αποδώ  κινούσαν οι Γερμανοί κάθε ώρα. Και βλέπαμε, αλίμονο, κι ακούγαμε και μαθαίναμε. Σε λίγες  μέρες -οι γροθιές  και τα δόντια  των Κρητικών σφιγμένα κανονικά- τελείωσαν λοιπόν όλα. Έμειναν καιρό  πολύ στο χωριό, τούς βρήκε εδώ το φθινόπωρο. Με τα φτωχά ξένα ρούχα, στενά πάνω  τους ή φαρδιά, λιγομίλητοι, ντρο­παλοί, γίνανε οι καλύτεροι φίλοι μου. Το ήθελα  με  πάθος να τους αρέσω, εγώ κ’ η πατρίδα  μου η  Ρούμελη, καί τα παίνευα όλα  εδώ, τόπους κι ανθρώπους, σα να μην είχαν αυτοί μάτια να ιδούν και να  έκτιμήσουν, και δε λογάριαζα διόλου αν πλήγωνα έτσι το περί­φημο  Κρητικό τους φιλότιμο. Δεν  έδειξαν ποτέ τίποτα. Συμφωνούσαν ίσα­-ίσα μαζί μου και υπερθεμάτιζαν και παρατή­ρησα επιτέλους -με πραγματική τώρα έκπλη­ξη- πως δε μου είχαν μόνο φιλία, αλλά και θαυμασμό. Οι στρατιώτες στό δωδεκαετή!

Σαν ήρθε ο καιρός νά φύγουν απ’το χωριό, για τα σπίτια τους, μετά τόσες μυστήριες συ­νεννοήσεις, και φόβους, και δισταγμούς, έγώ δεν ήθελα να το πιστέψω. Ετοιμάστηκαν ήσυχα-ησυχα, τους έφοδιάσαμε για το ταξίδι, χαι­ρέτησαν τους  φίλους αποβραδίς και χάθηκαν· πίσω για τη νεκροφανισμένη πατρίδα. Τους  μνημονέψαμε  λίγο καιρό, μάθαμε το καλό κατευόδιο τους και τους  απολησμονή­σαμε. Δε γινόταν,  φαίνεται, διαφορετικά. Δεν ήταν παίξε-γέλασε ν’ακολουθήσει αμέσως ο χειμώνας της  πείνας, η  σκλαβιά, η αντίσταση, ό εμφύλιος… Να γίνω από δωδεκαετής κ’ εγώ  άντρας. Ούτε μια  νομίζω  φορά, δεκαπέντε σχε­δόν χρόνια, δεν ήρθαν στό νου μου  οι φίλοι της Κρήτης. Τους αποσκέπασε η στάχτη…

 


Τό  φθινόπωρο του ’54 βρέθηκα διορισμένος  προσωρινά σ ‘ένα χωριό κοντά στα  Χανιά. Ήταν ωραίο απόβροχο σαν πρωτοπήγα  και, όπως συμβαίνει συνήθως στην Κρήτη, μέ φιλο­ξένησαν. Το άλλο πρωί, χωρίς καθόλου έμφαση άλή­θεια, πρότειναν να  πηγαίναμε  σέ  μιά  τελετή, ένα μνημόσυνο έκει πέρα, σ’ ενα μνημείο εκτε­λεσμένων από τούς Γερμανούς- ρουτινιέρικα, μου πέρασε απ’ τό  νου, πράματα… Παρίσταντο αι  Αρχαί! Ανακατεύτηκα στην πολυκοσμία, χάζευα τον ωραίο καιρό, τον όμορφο τόπο, ακολου­θώντας την πομπή που παρατραβούσε. Ήταν μια γέφυρα  κάπου, σ ‘ενα χείμαρρο, επίκεντρο άκουσα της Μάχης της Κρήτης -γιά να πω τήν αλήθεια: έλάχιστα μου ελεγαν όλ’ αυτά πια -τα είχαν καταφάει μέσα μου οι καλομοιριές του μεταπολέμου. Πήγαινα για το τυπικό -και πολύ ήταν- προσκύνημα· έτσι τουλάχιστο έθάρρουν -όπως θά ‘λεγαν στο νησί…

 


Κατεβήκαμε λίγα σκαλιά, τα  συνηθισμένα κ’ έδω κρύα μάρμαρα, μια κλεισούρα,  όταν, άλλαξαν ξαφνικά όλα! Στη μέση του υπόγειου, φωτισμένα γλυκά στο λαμπρό πρωινό, μια μι­κρή πυραμίδα κρανία. Βαλμένα με τάξη, φρεσκοπλυμένα, κατάγερα! -αν γίνεται να το λές…Στις φονικές τρύπες τους λουλούδια του περιβολιού, βασιλικά,  βιολέτες και μαντζουρά­νες. Ολόγυρα, στην αράδα, γυναίκες του τό­που. Έκλαψα λίγο μαζί τους κ’ έγώ (έγινε σε μένα η χάρη…) Και μόνο αυτού, μετά τόσον καιρό, σε ζωντανούς ανάμεσα και πεθαμένους, βρήκα, αστραπή, τους παλιούς φίλους μου  στρατιώτες που είχα απολησμονήσει. Τα λαμ­πρά παλικάρια που δεν ξανάειδα, μα  βρίσκον­ταν σκορπισμένοι στο νησί και στον κόσμο. Ο Μανόλης από τα Παλιά Ρούματα  κι ο  Γιώργης από τις  Κοξαρέ…”

ΟΧΙ! Η λογοτεχνία δεν γράφει και δεν δημιουργεί ιστορία. Δεν θα το μπορούσε, ούτε και είναι στόχος της. Όμως, με τον τρόπο γραφής της, με την ποικιλία των συναισθημάτων με τα οποία μας φορτίζει, με τις αναφορές σε ανθρώπους και γεγονοτα, δημιουργεί το κλίμα και την επιθυμία να διαβάσουμε, να μελετήσουμε, ή να εμβαθύνουμε περισσότερη ιστορία.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

-(1) «Η μάχη της Κρήτης («Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» (τ. ΙΕ, σελ. 453, εκδοτική Αθηνών, 1978) ήταν μια πύρρεια νίκη των Γερμανών, γι αυτό άλλωστε και δεν επαναλήφτηκε παρόμοια επιχείρηση κατά τη διάρκεια του πολέμου. Τα θύματα των Γερμανών στη δεκαήμερη επιχείρηση ξεπερνούσαν τα θύματα σε ολόκληρη την επιχείρηση κατά της Γιουγκοσλαβίας και της Ελλάδος. Η επίλεκτη μεραρχία αλεξιπτωτιστών αποδεκατισμένη και εξαρθρωμένη, δεν επροκειτο να παίξει στο μέλλον ουσιαστικό ρόλο»

-(2) Λουκάς Κούσουλας, «Το Βουνό», σελ. 27-30, εκδ. «Εστίας», Αθήνα 1982


Σχολιάστε