"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

Παλαιών βιβλίων εραστές (Χ.Ν., 24-4-17)

 

 

 

 

 

ΠΑΛΑΙΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ ΕΡΑΣΤΕΣ

  • «Θα με κρίνουν για ό,τι έγραψα, και όχι για ό,τι έχω διαβάσει. Την κοινοτυπία αυτή την παραβλέπω πολύ συχνά…» [Εmil Μ. Cioran (1911-1995), στα Cahiers (=Τετράδια)]

ΤΡΕΦΟΥΜΕ ιδιαίτερη συμπάθεια στους βιβλιοπώλες∙ περισσότερο στους παλαιοβιβλιοπώλες, σαν εκείνους τους bouquinistes (1) στις δυο όχθες του Σηκουάνα. Ή τους άλλους στη Σόλωνος και στο Μοναστηράκι, στα Χανιά πιο παλιά στο «Σχήμα» του αξέχαστου Γιάννη Βερυβάκη∙ στη Θεσσαλονίκη, στα φοιτητικά  χρόνια, τότε που κατεβαίναμε στο υπόγειο του «Μπαρμπουνάκη» ή στο αποθηκάκι του Ωροηλίδη στο Βαρδάρι κι άλλοτε  στο γωνιακό βιβλιοπωλείο της  πλατειούλας-στάση Κολόμβου.

ΑΠΟ μικρά παιδιά αντιληφθήκαμε πως τα βιβλία αποτελούν ένα παράξενα χορταστικό κόσμο, αν δεν είναι όλος ο κόσμος! Ιδιαίτερα εκείνα τα πολυκαιρισμένα «ελεεινά» χαρτόδετα ή τα διαλυμένα περιοδικά στου κ. Ωροηλίδη, που μύριζαν (2) παλιό κατακίτρινο χαρτί και ήταν γεμάτα σκόνη… Τα ξεφυλλίζαμε με πάθος νιώθοντας πως εκείνη η σκόνη γινόταν χρυσόσκονη που μας ταξίδευε σε χώρες και πρόσωπα άλλων εποχών. «Ταξίδια» με Καζαντζάκη ή Ουράνη, Πούσκιν ή Τολστόι, Δουμά ή Βερν! Αλλά κι εκείνες οι «εγκαταβάσεις» στην άγρια εφηβεία μας με Τσβάιχ, Κρόνιν ή Alain Fournier… Ακόμη και κάτι παλαιοχριστιανικές διηγήσεις (της μόδας τότε, λόγω ομότιτλων κινηματογραφικών ταινιών) μας έκαναν να λησμονούμε για λίγο την τρομερή μεταπολεμική πραγματικότητα που ζούσαμε.

ΑΝΤΙΛΑΜΒΑΝΟΜΑΣΤΑΝ πως η ζωή είναι πολύ μικρή για να  επισκεφθεί κανείς όλα τα μέρη του κόσμου! Κι όταν πρωτοπήγα ως υπότροφος στο Παρίσι, τις ελεύθερες ώρες μου τις περνούσα στις βιβλιοθήκες ή κάνοντας παρέα στους bouquinistes (=παλαιοβιβλιοπώλες) του Σηκουάνα. Tα όνειρά μου για τον κόσμο αποκτούσαν άλλες αποχρώσεις.

ΝΑΙ! Τα βιβλία υπάρχουν για να μας δείχνουν την ομορφιά, την ποικιλία και την πολυπλοκότητα του κόσμου μας. Στις σελίδες τους βρίσκεις την Αγάπη και τα Βάσανά της, το Γέλιο και το Δάκρυ της ζωής, την Ελπίδα-τη Ζύμη της αισιοδοξίας, την Ήττα και τη νίκη των ηρώων, το Θάνατο και την Ιστορία του κόσμου, το Καλό και το κακό, τη Λάμψη του φωτός και το κρυμμένο Μυστήριο της περιπέτειας, τις Νεράιδες και τα Ξωτικά των μύθων, την Ομορφιά και το Πικρό φαρμάκι του έρωτα, τη Ροή και τη Σοφία του χρόνου, το Τραγούδι της φύσης, το ιδιάζον Ύφος του αφηγητή, το Φιλί της νιότης, τη Χαρά του ευτυχισμένου τέλους, την Ψυχή του πραγμάτων, την επίπονη Ώρα της ανθρώπινης αναδημιουργίας -την ευλογία της ανεκτίμητης γνώσης…

ΕΤΥΧΕ οι παλαιοβιβλιοπώλες «μου» να μην είναι μόνον έμποροι. Εκθειάζανε τα βιβλία τους με πολύ τρυφερά λόγια, περίπου σαν αυτά που λέει ένας γονιός εξυμνώντας τις χάρες του παιδιού του! «Το βιβλίο», μού έλεγε ο παλαιοβιβλιοπώλης Jean-Pierre στο Παρίσι (μέσα δεκαετίας του ‘60) «είναι ένα πολύτιμο πολιτισμικό αγαθό με μεγάλη προστιθέμενη αξία! Δίνεις δέκα φράγκα, αλλά αύριο μπορεί αυτό να σου φέρει πεντακόσια!» Φυσικά εννοούσε τα σπάνια βιβλία (πρώτες εκδόσεις), τους παλιούς ιστορικούς χάρτες, κάτι κάρτες του μεσοπολέμου, τα περιοδικά των αρχών του 20ου αιώνα, μερικές στάμπες! Μού ΄λεγε ακόμη, «Ξέρεις, το να είσαι παλαιοβιβλιοπώλης, είναι να ξέρεις να ψυχολογείς τον πελάτη, και από μια κουβέντα του να του προσφέρεις ακριβώς αυτό που ψάχνει…» Είχε και κάτι παλιά περιοδικά για την Κρήτη  (Le Petit Journal). Κακίζω βέβαια τον εαυτό μου τώρα που δεν αγόρασα μερικά. Όμως, κρατώ έναν Villon, έναν Rabelais  κι έναν Sartre εκείνων των χρόνων… Τον επισκεπτόμουν κάθε Κυριακή: ο άνθρωπος ήξερε πολλά κι εγώ ήθελα να μάθω περισσότερα.

 

 

 

 

ΣΤΑ ώριμα χρόνια μου στα Χανιά, ταυτίστηκα περισσότερο  με το κρητικό παλιό βιβλίο, γιατί- όπως έλεγε κι ο Μιχάλης Γ.*- η σοφία του παλιού είναι εγκυρότερη. Δεν μεγαλώσαμε βέβαια «με τον τρόπο» του Σάρτρ (3). Δεν γεννηθήκαμε μέσα σε βιβλία! Η πρώτη γνώση για τον έξω κόσμο μού δόθηκε βίαια από πολύ σκληρούς «δασκάλους»: εμφύλιος, πείνα, προσφυγιά, άπειροι θανάτοι, ορφάνια, διχασμός. Σήμερα, με τα χρόνια και τις εμπειρίες ζωής, συμπεραίνω αυτά που λέει ένας μεγάλος σύγχρονος στοχαστής, ο Άμος Οζ (4): «Το βιβλίο είναι σαν τον άνθρωπο. Κάθε βιβλίο έχει τη δική του χημεία. Είναι η ιδέα, το στυλ, το άρωμα που αναδίδουν οι προτάσεις του (…) Ακόμα και σήμερα, τα βιβλία είναι για μένα ζωντανοί οργανισμοί. Τα θεωρώ πολύ αισθησιακά αντικείμενα. Μου αρέσει να τα μυρίζω, να τα αγγίζω, να παίζω μαζί τους, να κρατάω σημειώσεις στις σελίδες τους (…) Έγινα συγγραφέας επειδή έμαθα να ακούω αυτά για τα οποία οι άνθρωποι δεν μιλούν»

 


ΟΙ ΠΑΛΑΙΟΒΛΙΟΠΩΛΕΣ λιγοστεύουν, όπως και οι εραστές των παλαιών βιβλίων. Ένας κόσμος χάνεται. Είτε γιατί ψηφιοποιείται και διατίθεται σε ηλεκτρονική πια μορφή, είτε γιατί αγνοείται η πολιτιστική αξία του και καταστρέφεται. Κι ακόμη, είτε επειδή η εποχή μας αλλάζει και κανείς –εκτός από κάποια ρομαντικά «Μουσεία Τυπογραφίας» και μερικές παλιές Βιβλιοθήκες- δεν ενδιαφέρεται πια για ένα χάρτινο  παρελθόν.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

-(1) Οι bouquinistes (=παλαιοβιβλιοπώλες Παρισιού) αραδιάζουν την πραμάτεια τους στα δυο quais του Σηκουάνα (αριστερά και δεξιά όχθη). Υπόκεινται σε ειδικό καθεστώς θεωρούμενοι «παγκόσμια κληρονομιά» (Unesco, 2011), είναι παραπάνω από 200 στον αριθμό, δεν πληρώνουν φόρους, ούτε ενοίκιο και ακολουθούν έναν πολύ αυστηρό κανονισμό σχετικά με αυτά που πουλούν!

-(2) Σύμφωνα με μια πρόσφατη διαδικτυακή είδηση (https://www.sansimera.gr/hnews/424), «Βρετανοί επιστήμονες ανέπτυξαν μία τεχνική που καταγράφει και αρχειοθετεί τις μυρωδιές που αναδίδουν τα πολυκαιρισμένα βιβλία, θεωρώντας ότι και αυτές πρέπει να αντιμετωπίζονται ως σημαντικό τμήμα της πολιτιστικής κληρονομιάς»!

-(3) «Άρχισα τη ζωή μου όπως δίχως άλλο θα την τελειώσω: ανάμεσα στα βιβλία. Στο γραφείο του παππού μου είχε παντού βιβλία∙ δέν άφηνε να τα ξεσκονίζουν παρά μόνο μιά φορά το χρόνο, τον Οκτώβρη που ανοίγουν τα σχολεία. Δεν είχα μάθει να διαβάζω, κι όμως ένιωθα από τώρα δέος γι αυτές τις όρθιες πέτρες: ίσιες ή γερτές, αραδιασμένες σφιχτά σάν τούβλα στα ράφια τnς βιβλιοθήκης  ή κρατώντας αρχοντικά τις αποστάσεις τους σαν αλλέες με μονολιθικά μνημεία, αισθανόμουνα πως από κει κρεμόταν η ευημερία τnς οικογένειας. Έμοιαζαν όλα τους, χοροπnδούσα μέσα σ’ ένα μικροσκοπικό ιερό, έχοντας γύρω μου μνημεία βαριά, άρχαία, που με είχαν δει να γεννιέμαι, πού θα μ’ έβλεπαν να πεθαίνω και που η μονιμότnτά τους μου εγγυόταν ένα μέλλον ήρεμο· (…)» [μικρό απόσπασμα από το έργο «Οι λέξεις» του Ζ.Π. Σάρτρ, περιοδικό «Εποχές» (τ.38), 1966]

-(4) Άμος Όζ, από συνέντευξή του στο ΒΗΜΑgazino, 29/5/2005

* Μνήμη Μιχάλη Γρηγοράκη

—————————–

 

Avis aux lecteurs:

Quelques textes publiés («Ta paidopolitika») sur ce blog sont tout a fait personnels et représentent une partie de ma vie enfantine. D’ autres ne le sont pas: ce sont des textes parsemes dans l’ Internet et travailles par moi du point de vue traduction en langue grecque. Si vous voulez les citer dans un blog ou un site, il me serait très agréable de citer aussi la source. Merci de votre compréhension et de votre dignite… (St.G.K.)


Σχολιάστε