"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

Ειρηναίου, περί τέχνης και βυζαντινής αγιογραφίας, σκέψεις (Χ.Ν., 10-4-17)

 

 

 

 

ΕΙΡΗΝΑΙΟΥ ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΕΡΙ ΤΕΧΝΗΣ ΚΑΙ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΑΣ

Ο ΜΕΓΑΛΟΣ Ειρηναίος Γαλανάκης (1911-2013) προλογίζοντας μια μικρή αλλά κατατοπιστική μονογραφία, με τίτλο «Βυζαντινοί Ναοί του Νομού Χανίων Κρήτης» (1), μας κληροδότησε μερικές σκέψεις του για την τέχνη, ειδικότερα για τη βυζαντινή (κρητική) αγιογραφία.

Ο ΕΙΡΗΝΑΙΟΣ, ανοιχτόμυαλος άνθρωπος και πιστός χριστιανός, επισκέφθηκε πλήθος καλλιτεχνημάτων (2) σε Μουσεία του εξωτερικού (Γαλλία, αργότερα Γερμανία) καθώς και μύριες ταπεινές εκκλησίες της Δυτικής Κρήτης και όχι μόνο. Έτσι, είχε την ευκαιρία να κρίνει, να συγκρίνει, να στοχαστεί και να καταγράψει τις σκέψεις του για την τέχνη και τον άνθρωπο. Να, τι αναφέρει στον Πρόλογό του * :

 

 

[Η χριστιανική βυζαντινή τέχνη εξελίχθηκε ως νέα τέχνη, με πολλούς συμβολισμούς. Μεγάλα βυζαντινά αριστουργήματα, περιφρονημένα αιώνες από τους Δυτικούς, είναι περιζήτητα στην εποχή μας]


  • «…Ο Χριστιανισμός καίτοι αρνήθηκε στην αρχή, από φόβο πρός την  ειδωλολατρεία, να χρησιμοποιήση την αρχαία τέχνη, άρχισε σιγά -σιγά να καλ­λιεργή μία δική του απλή συμβολική τέχνη κι’αργότερα πού νίκησε κι’ απλώθηκε με δύναμη κι΄επιρροή πάνω σ’ολόκληρο τον κόσμο, ανέπτυξε πρωτότυπα και δημιουργικά την ποίηση, τη μουσική και τη ζωγραφική κι’έδωσε αριστουργημα­τικά έργα στους Μεσαιωνικούς και τους νεώτερους χρόνους».

 

[Η Βυζαντινή αγιογραφία εμπεριέχει τον βασικό συμβολισμό της νίκης του πνεύματος πάνω στην ύλη. Έτσι, η πλαστικότητα και ομορφιά των σωμάτων που ήταν σκοπός της αισθητικής των αρχαίων καλλιτεχνών θεωρείται ασύμβατη με το πνεύμα της βυζαντινής τέχνης]:


  • «Ιδιαίτερα καλλιεργήθηκε η ζωγραφική στον Ορθόδοξο Βυζαντινό κόσμο που  εδημιούργησε Σχολές, ανέδειξε μεγάλους ζωγράφους κι’ έδωκε κλασσικούς τύπους έργων, τα οποία θαυμά­ζονται και σήμερον. Έτσι εδημιουργήθη η περιλάλητη Βυζαντινή Αγιογραφία, που εζήτησε με το συμβολισμό και την λιτότητά της να εκφράση τη μεγάλη φιλοσοφική αρχή του Χριστιανισμού, τη  νίκη  δηλαδή και την επιβολή του πνεύματος επί της ύλης. Οι αυστηρές και σκελετωμένες  μορφές της Βυζαντινής ζωγραφικής δεν έχουνε βεβαια την πλαστική αρμονία της αρχαίας τέχνης διότι δεν έχουν σκοπό να εκφράσουνε το «φυσικόν» αλλά το «υπερφυσικόν», το πνευματικό δηλαδή και το υπερκόσμιο».

 

[Η πνευματική ανύψωση του πιστού επιτυγχάνεται μέσω μιας υποβλητικής και  εκστατικής τέχνης]:


  • «Ο Χριστιανισμός  που  βρήκε τον άνθρωπο στο χαμηλό ε­πίπεδο του υλισμού και του αισθησιασμού της αρχαίας ειδωλολατρείας, εζήτησε να τον ανυψώση  και να τον πνευματοποιήση. Εζήτησε να τον μαθητεύση στην άσκηση και την περισυλ­λογή  και να τον παιδαγωγήση  στη νέα,  στην «καινή  κατά  Χρι­στόν ζωήν και πολιτείαν» (…) Κι΄ όπως ο σημερινός θεατής του Κινηματογράφου στέκει εκστατικός και θαμπωμένος μπροστά στο φιλμ του, έτσι στεκόταν, μια φορά, στους μεγάλους εκείνους χρόνους της πίστεως, εκστατικός και μεταρσιωμένος ο χριστια­νός μπροστά από το εικονοστάσι και τις τοιχογραφίες της Εκ­κλησιάς του».

 

[Ο μυστικισμός αλλά και ο «παιδευτικός» (3) χαρακτήρας (μίμηση προτύπων) ενυπάρχουν στις βυζαντινές εικόνες]:


  • «… κείνος που ευρίσκεται σε Ναό με αληθινή Βυζαντινή  Αγιο­γραφία (4) δέ μπορεί παρά να νοιώση την έκσταση και το μυστήριο που γεμίζει την ψυχή  μας η Ιερά τέχνη. Γνωρίζομε πόσο έντονα είναι τα αισθήματα  του  συγχρόνου  ανθρώπου (σσ. του 1965) προς ό,τι είναι επίγειο και  «υλικό». Όμως, μέσα βαθειά στην ψυχή του κάθε ανθρώπου υπάρχει κατά τον Ποιητή «…μια  λουρί­δα γαλάζιας λαχτάρας» κι’ όλοι μπορούμε μέσα στο Χριστιανι­κό μας Ναό να βλέπωμε πίσω από τις σιωπηλές και σοβαρές μορφές των Αγίων και των εκλεκτών του, τα μεγάλα πρότυπα των αιωνίων ιδανικών της ζωής και της ανθρωπότητος».

 

ΜΕ ΑΥΤΗ την κατανυκτική «έκσταση και το μυστήριο» που αποπνέουν οι βυζαντινές εικόνες των εκκλησιών μας, αλλά και ο λόγος του Ειρηναίου, προσεγγίζουμε τις άγιες μέρες των Παθών του Κυρίου προσδοκώντας και την ένδοξη Ανάστασή Του.

 

Καλές γιορτές!

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

-(1) Ανέστης Χ. Μακριδάκης, «Βυζαντινοί Ναοί του Νομού Χανίων Κρήτης», έκδοση ΙΜΚ&Σ (1965). Σύντομη μελέτη (50 σελίδες), πυκνή σε περιεχόμενο, εμπεριστατωμένη πληροφόρηση και αξιόλογη βιβλιογραφία: Τζ. Γκερόλα, Αν. Ορλάνδος, Κ. Δ. Καλοκύρης και Ι. Κρητσωτάκης.

-(2) Ο Ειρηναίος πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές σε Θεολογία και Κοινωνιολογία (Γαλλία- Πανεπιστήμια Λιλ και Παρισίων, 1951-1952).[Την ταυτότητα υποτρόφου της Γαλλικής Κυβέρνησης μάς παραχώρησε ευγενώς η κα Αθηνά Γαλανάκη την οποία και ευχαριστούμε].

 

-(3) «…Διότι αυτός επιτέλους είναι και πρέπει να είναι ο έσχατος στόχος κάθε αγωγής και κάθε αληθινής Παιδείας. Χωρίς να παραβλέπει την πραγματικότητα της στιγμής, η αληθινή Παιδεία, στη Χριστιανική της θεώρηση, δεν μπορεί να αγνοή αυτή τη μακρινή προοπτική της, ότι δηλαδή πρέπει να κάνει το έργο της: sub speciae eternitatis. Διότι μόνο υπό το φως της αιωνιότητας, φωτίζεται η εφήμερη ύπαρξη του ανθρώπου και καταυγάζονται αι ημέραι και τα έργα της ζωής μας» (Ειρηναίος Γαλανάκης, Ως Αντιφώνηση (στην ειδική έκδοση του Συνδ. Φιλολ. Ν. Χανίων, «Οι Φιλόλογοι τιμούν τον Ιεράρχη Ειρηναίο Γαλανάκη», 1999)

-(4) Ο σημαντικότερος αγιογράφος του 14ου αι. μ.Χ. στη Δυτική Κρήτη (πολύ πριν την «ώριμη» βυζαντινή αγιογραφία της Κρητικής Σχολής) που «ιστόρησε» πλήθος μικρών εκκλησιών σε Σέλινο και Αποκόρωνα, είναι ο Ιωάννης Παγωμένος. Έργα του βρίσκονται σε Αλίκαμπο, Μεσκλά, Κάνδανο (ναΐδριο του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στα Καβαλαριανά, 1328), Σφακιά (Κομητάδες), Κάδρος (ναός Θεοτόκου), Ανύδρους, Κακοδίκι κ.α. Για τον «εργοβιογράφο» του, τον καθηγητή Κ. Δ. Καλοκύρη («Ιωάννης Παγωμένος-ο Βυζαντινός Ζωγράφος του ΙΔ’ αιώνος»), «ο Παγωμένος υπήρξεν αξιόλογος ζωγράφος, το δε έργον του χαρακτηρίζουν τα μεγάλα και εκφραστικά πρόσωπα, η ελευθερία εις το σχέδιον και ρεαλισμός υποτεταγμένος εις το πνευματικόν ιδεώδες. Η τέχνη του έχει υποστεί ζωηρώς την επίδρασιν της Παλαιολογείου αναγεννήσεως…», αλλά και της «μακεδονικής» λεγόμενης σχολής.

Υποσημείωση: Η πολιτιστική ανάπτυξη της ενετοκρατούμενη Κρήτης (1211-1669) καρποφόρησε λόγω της τότε ακμής των ιταλικών πόλεων (Γένοβα, Βενετία) και της σχεδόν αυτόχρονης γενόμενης μετανάστευσης στο νησί(μετά την πτώση της Πόλης, 1453) του πιο δημιουργικού ελληνικού στοιχείου του Βυζαντίου. Η τελευταία βυζαντινή καλλιτεχνική παράδοση (γνωστή ως «Παλαιολόγειος Αναγέννησις») συνεχίστηκε σε κέντρα εκτός της οθωμανικής επικράτειας, όπως η Κρήτη, τα οποία φιλοξένησαν πλήθος Κωνσταντινοπολιτών λογίων και καλλιτεχνών. Η παρουσία τους στο νησί συνετέλεσε στο να αλλάξει η οπτική με την οποία οι Κρητικοί έβλεπαν τους Ενετούς. Αυτό είχε σαν συνέπεια την υιοθέτηση από αυτούς και δυτικών προτύπων. Στην πνευματική ανάπτυξη βοήθησε πολύ η γεωγραφική θέση της Κρήτης: τα λιμάνια των Χανίων και του Χάνδακα (Ηρακλείου) εξελίχθηκαν σε μεγάλους συγκοινωνιακούς κόμβους μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Έτσι είχαμε στο νησί άνοδο της εμποροαστικής τάξης που υποστήριξε τους Κρήτες λογίους και καλλιτέχνες. Οι μεταγενέστεροι ιστορικοί ερευνητές και μελετητές της περιόδου μιλούν για «αναγεννησιακού» τύπου ελληνικά αριστουργήματα στην Κρήτη.

 

* Διατηρούμε αυτούσια την ορθογραφία του Ειρηναίου, χωρίς το πολυτονικό. Τα μέσα σε αγκύλες [ ] σχόλια είναι δικά μας.


Σχολιάστε