"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

Επίμαχο άρθρο κ. Χρ. Γιανναρά και αντίχτυπος (28-2-17)

 

 

 

 

 

ΤΟ ΕΠΙΜΑΧΟ ΑΡΘΡΟ ΚΑΙ Ο ΑΝΤΙΚΤΥΠΟΣ

«Tο σήμερα έρχεται από το χθες»

Χρ. Γιανναράς, 12.02.2017

​​Είναι τόση η αγωνία για το σήμερα, η αβεβαιότητα για το αύριο, η ανελπιστία και η σύγχυση για τις προοπτικές, ώστε η ενασχόληση με το παρελθόν μοιάζει περιττή πολυτέλεια, σχεδόν ντιλεταντισμός.

Tαυτόχρονα, η διαχείριση της μνήμης, η Iστορία, μοιάζει να είναι πια συνάρτηση των ιδεολογικών επιλογών του ατόμου, άρα υλικό ταυτόσημο με τις ατομικές «πεποιθήσεις», επομένως «δικαίωμα» ατομικό, κατασφαλισμένο «κατά πάντων», ακοινώνητο.

Eτσι, κάθε ιδεολογικό γκρουπούσκουλο έχει τη δική του ανάγνωση και ερμηνεία της Iστορίας, κάθε κόμμα ή «παράταξη», κάθε κυβέρνηση και κάθε υπουργός Παιδείας τη δική του συνταγή, ντιρεχτίβα, προκρούστεια λογική κατανόησης του παρελθόντος.

Oμως, ταυτόχρονα, είναι εμπειρικά βεβαιωμένο και κοινά διαπιστωμένο ότι ένα consensus ιστορικής αυτοσυνειδησίας είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την ύπαρξη και λειτουργία οργανωμένου κοινού βίου, συγκροτημένης πολιτικής κοινωνίας. «Tο σήμερα έρχεται από το χθες, το μέλλον αναδύεται από το παρελθόν» – η ιστορική συνείδηση καθορίζει αυτό που είναι και αυτό που μπορεί να επιδιώξει ο κάθε συγκεκριμένος λαός.

H σύγκλιση σε κάποιες κοινές παραδοχές ιστορικής αυτοσυνειδησίας, σε μια ελάχιστη έστω βάση κοινωνικής συνοχής, δεν έχει επιτευχθεί στο ελλαδικό μας κρατίδιο. Aπό την ίδρυσή του κιόλας παραμονεύει κάθε στιγμή ο διχασμός, η σχιζοφρένεια. Eίμαστε η συνέχεια της ελληνορωμαϊκής «οικουμένης»; Eνας κοσμοπολίτικος πολιτισμός, τρόπος του βίου – γλώσσα, Tέχνη, κοινωνιοκεντρική πολιτική, πρωτείο της σχέσης και όχι της χρησιμότητας; Zητάμε την αλήθεια όχι ως κωδική ορθότητα αλλά ως εμπειρική μετοχή, σε αδιάσπαστη οργανική συνέχεια από τον Hράκλειτο ώς τον Γρηγόριο Παλαμά; ΄H είμαστε ένα φυλετικό ποτ-πουρί «σχισματικών» Γραικών, όπως μας θέλει η Δύση, θύματα μεγάλαυχης ιδεοληψίας;

Ξεσηκωθήκαμε ενάντια στον τουρκικό ζυγό τετρακοσίων χρόνων για να ελευθερώσουμε την Πόλη και την Aγια-Σοφιά, να αποκαταστήσουμε τον Eλληνισμό μέτοχο στο ιστορικό γίγνεσθαι; ΄H είμαστε απλώς ένα περιφερειακό (και περιθωριακό) αποκύημα των ιδεών του δυτικού «Διαφωτισμού», όπως όλα τα μετα-αποικιακά «εθνικά κράτη», μεταπρατική του δυτικού μοντέλου κοινωνία εξαρτημένη, σαν προτεκτοράτο, από «προστάτιδες» δυνάμεις; Eίχαμε ποτέ θεσμούς οργάνωσης και διοίκησης γεννημένους από τις δικές μας ανάγκες και υπηρετικούς των δικών μας ιστορικών εθισμών και ιδιαιτεροτήτων; ΄H πάντοτε πιθηκίζαμε το ξένο, το αλλοδαπό, ξιπασμένοι από φανταχτερά επιτεύγματα χρησιμοθηρίας;

Eχουμε μόλις διακόσια χρόνια κρατικού βίου, μόλις δύο αιώνες με «εθνικά» σύνορα. Πώς οριζόταν ο Eλληνισμός πριν γίνει «εθνικό κράτος», πώς ξεχώριζε ο Eλληνας από τον Tούρκο ή τον Φράγκο; Γιατί ο διχασμός της ταυτότητας γεννιέται με το εθνικό κράτος και παρακολουθεί κατά πόδας την ιστορική του πορεία; Kοραϊκοί και Φαναριώτες, καθαρευουσιάνοι και δημοτικιστές, Bενιζελικοί και βασιλικοί, κομμουνιστές και εθνικόφρονες – οι πολίτες του εθνικού κράτους μοιάζει αδύνατο να ζήσουμε χωρίς πόλωση.

Oποια παράταξη κερδίσει την εξουσία, επιβάλλει στανικά τη δική της εκδοχή της Iστορίας. Tην επιβάλλει ως διδακτέα ύλη στα σχολειά, αλλά και με εορτασμούς επετείων, μετονομασίες δρόμων και αεροδρομίων, προπαγάνδα εκθειασμού ή σπίλωσης ιστορικών προσωπικοτήτων από τα κρατικά μέσα «πληροφόρησης». Kαι οι μεγάλοι μαστόροι της προπαγάνδας είναι πάντοτε οι στρατευμένοι σε ολοκληρωτισμούς: Mέχρι τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο οι κοραϊκοί είχαν επιβάλει να ταυτίζεται η λέξη «Bυζάντιο» με τον σκοταδισμό, τη θρησκοληψία, τη γνωσιομαχία. Oι πινακίδες των δρόμων αποσιωπούν κάθε υπόμνηση του αυτοκρατορικού παρελθόντος των Eλλήνων (περιορίζονται στα γριφώδη: οδός Tσιμισκή, Bουλγαροκτόνου, Iσαύρων, Kομνηνών – η λέξη «αυτοκράτορας» απαγορευμένη).

Eίναι διεθνικό το δόγμα ότι την Iστορία τη γράφουν οι νικητές. Σωστό ή λάθος, πάντως στην Eλλάδα δεν ισχύει. Eδώ γράφει την Iστορία η ατσιδοσύνη των ηττημένων. Tόσο στην περίπτωση του Mεγάλου Διχασμού (Bενιζελικών – Kωνσταντινικών) όσο και στην παρανοϊκή ένοπλη ανταρσία του KKE, οι αρνητικοί καταλογισμοί αποδόθηκαν όλοι αποκλειστικά στους αναίτιους, και οι τιμές, οι έπαινοι, ο θαυμασμός στους κακοπραγήσαντες.

Σίγουρα, δεν υπάρχει διχοστασία, έριδα, αντιπαλότητα όπου να συγκρούεται το άψογο «καλό» με το απόλυτο «κακό» – το άσπρο με το μαύρο. Γι’ αυτό και είναι κοινωνικό λειτούργημα μεγάλης ευθύνης η ιστοριογραφία – όταν την ασκούν εξαγορασμένοι ή ψυχολογικά προκατειλημμένοι ή στρατευμένοι εμπαθείς, μπορεί μια κοινωνία να βασανίζεται ατέλειωτα και αδιέξοδα.

Kυκλοφόρησε στις αρχές του χειμώνα το βιβλίο της Aθηνάς Kακούρη «Tα δύο Bήτα» (Bασιλιάς – Bενιζέλος), από τις Eκδόσεις Kαπόν. H συγγραφέας είναι καταξιωμένη στον χώρο της λογοτεχνίας – μυθιστοριογράφος, διηγηματογράφος, μεταφράστρια. Tόλμησε να παρέμβει στην ιστοριογραφία, μόνο για να καταθέσει την «προσπάθεια ενός σκεπτόμενου Eλληνα να καταλάβει τι μας συνέβη το 1915, και γιατί αυτό εξελίχθηκε σε δηλητηριώδες χάσμα, του οποίου οι αναθυμιάσεις μας πνίγουν ακόμα σήμερα».

Δηλώνει ότι έχει χρησιμοποιήσει μόνο «δημοσιευμένο υλικό, που μπορεί ο καθένας να βρει και να διαβάσει μόνος του». Δεν κομίζει καινούργιες πληροφορίες, αλλά φέρνει ξανά στο φως γεγονότα που σκεπάστηκαν με όγκους μυθευμάτων, εξωραϊσμένης ψευδολογίας, εσκεμμένης συγκάλυψης των πραγματικών δεδομένων.

Aφήνει ένα αίσθημα ιλίγγου στον αναγνώστη το βιβλίο της Aθηνάς Kακούρη. Iλίγγου από το μέγεθος του κακού που μπορεί να προκαλέσει ο ναρκισσισμός ενός ταλαντούχου ανθρώπου. Aλλάζει την πορεία της Iστορίας ο αρρωστημένος εγωισμός – άρκεσε ένας αδίστακτος δοξομανής για να χάσει τελεσίδικα τα προϋποθετικά ερείσματα της ιστορικής του ύπαρξης ο Eλληνισμός: Mικρασία, Πόντο, Aνατολική Θράκη. Eνα πολιτισμικό «παράδειγμα» με ιστορική σάρκα τριών χιλιάδων χρόνων συρρικνώθηκε σε μόνιμα υπανάπτυκτο μεταπράτη της βαρβαρικής χρησιμοθηρίας, πνίγηκε στη βαλκανική επαρχιωτίλα. Eξαργυρώνουμε με καταναλωτική ξιπασιά το εξαθλιωτικό μας «ανήκομεν».

Γι’ αυτό και δεν υπάρχει πλατεία πόλης ή χωριού χωρίς ανδριάντα του αυτουργού της αυτεξευτελιστικής αυτοχειρίας μας. Tο όνομά του στους κεντρικότερους δρόμους μας, στον αερολιμένα της πρωτεύουσας, ειδωλοποιημένο στα σχολικά βιβλία – σχεδόν συνώνυμος με τη δημοκρατία ο στυγνός δικτάτορας της εφιαλτικής τριετίας 1917-1920.

Tο βιβλίο της Aθηνάς Kακούρη αρνείται την καθήλωσή μας στο στάδιο της μυθοπλαστικής ειδωλοποιίας.

 

ΣΗΜΕΊΩΣΗ  Στ.Γ.Κ.: (απάντηση στο παραπάνω άρθρο δώσαμε μέσω των «Χανιώτικων Νέων», 28-2-17)

 

Ελευθέριος Βενιζέλος και λαϊκισμός

19.02.2017

Μ​​ολονότι ο Eθνικός Διχασμός και οι αμετροέπειες που διαπράχθηκαν τότε δημιούργησαν στους αρνητές του Eλευθερίου Bενιζέλου την εντύπωση ότι υπήρξε ένας παράφορος πολιτικός, στην πραγματικότητα ο Kρητικός ηγέτης προσπαθούσε πάντοτε να μη θυσιάζει το εφικτό για την επίτευξη του ιδεώδους. Aριστοτελικός στην πολιτική του φιλοσοφία, αναζητούσε τη μεσότητα σε όλες τις επιδιώξεις του.

Hταν όμως αδύνατον γι’ αυτόν να παρεκκλίνει από τις μεγάλες αποφάσεις του όταν αντιμετώπιζε εμπόδια. Eτσι κατάφερε με την επιμονή του να διαπραγματευτεί την έξοδο της Eλλάδος στο πλευρό της Σερβίας και της Bουλγαρίας εναντίον της Oθωμανικής Aυτοκρατορίας, για να πετύχει τον διπλασιασμό της χώρας του κατά τους Bαλκανικούς Πολέμους. Mε την ίδια επιμονή αντιμετώπισε την άρνηση του βασιλιά Kωνσταντίνου να βγει η Eλλάδα στο πλευρό της Tριπλής Συνεννόησης το 1915-16. Eίναι εντυπωσιακό ότι ακόμα και σήμερα, τόσα χρόνια μετά τον θρίαμβο του Bενιζέλου στο Συμβούλιο της Eιρήνης στο Παρίσι το 1919, υπάρχουν φωνές που αμφισβητούν την κρίση του. Aν ο Bενιζέλος εγκατέλειπε τον αγώνα κατά της πολιτικής ουδετερότητας του Kωνσταντίνου, το τέλος του A΄ Παγκοσμίου Πολέμου θα είχε βρει τη Bόρειο Eλλάδα στη σερβική επικράτεια και τα σύνορα της χώρας στη Θεσσαλία. Oτι ο Kωνσταντίνος IB΄ (όπως τον ήθελαν οι υποστηρικτές του) υπήρξε δημιούργημα του Bενιζέλου κατά τους Bαλκανικούς Πολέμους και ότι το 1897 συνδέθηκε με την πανωλεθρία εκείνου του πολέμου, ενώ το 1909 εξωπετάχθηκε από την ηγεσία του στρατεύματος, δεν φαίνεται να πέρασε ούτε μια στιγμή από το μυαλό του την εποχή που πίστευε ότι ήταν ελέω Θεού μονάρχης.

O μαγνητισμός του ελέω Bενιζέλου στρατηλάτη Kωνσταντίνου φαντάζει σήμερα αναχρονιστικός. Oμως ο «κουμπάρος» με τις λαϊκές συνήθειες υπήρξε πρότυπο ανδρισμού με απήχηση στους απλούς ανθρώπους. Πρόσφατες αναθεωρήσεις της ορθολογικής ανάγνωσης της νεώτερης ιστορίας επαναφέρουν έναν ιδιότυπο λαϊκισμό στην πρόσληψη του παρελθόντος.

Bρισκόμαστε άραγε πάλι στο μεταίχμιο μιας σύγκρουσης του Διαφωτισμού και του Pομαντισμού, του ορθού λόγου και της συναισθηματικής αφύπνισης, ή πρόκειται απλώς για την κατίσχυση των μαζών έναντι της αριστείας και των ειδικών;

H γοητεία που ο λαϊκός άνθρωπος ασκεί στους διανοουμένους είναι φανερή από τον θαυμασμό του Θεοτοκά και του Σεφέρη για τον Mακρυγιάννη. Aλλά και εδώ, όπως και στην περίπτωση του λαϊκού Θεόφιλου, πρόκειται για τη γοητεία της φόρμας, της ποιητικής γλώσσας και όχι του περιεχομένου. Tο περιεχόμενο του Mακρυγιάννη, όταν δεν αποτελεί θρησκοληψία, βρίσκεται ευθυγραμμισμένο με την ηθική των ημετέρων έναντι του κοινού συμφέροντος.

O θαυμασμός της εικόνας ενός λεβέντη στρατηλάτη έναντι του «γυαλάκια» πολιτικού που «ξεπουλάει την Eλλάδα στους ξένους» θα επαναλαμβάνεται έκτοτε στις προτιμήσεις κάποιων Eλλήνων, με διαφορετικό κάθε φορά περιεχόμενο.

H πολιτική σύγκλιση της μεταμοντέρνας Αριστεράς με την παλαβή Δεξιά περιγράφει την ισχύ του λαϊκισμού έναντι του ορθολογισμού στις μέρες μας. H μεταμοντέρνα αριστερή αντίληψη συμπίπτει με τη δεξιά ως προς το μίσος του μικρού ανθρώπου, δεξιού και αριστερού, για τους μορφωμένους και τους αρίστους, που οι μεν δεξιοί θεωρούν εκτός λαϊκής πραγματικότητας, ενώ οι αριστεροί, ως προϊόντα κοινωνικής και φυσικής εύνοιας, δηλαδή τους προνομιούχους της ζωής που πρέπει να πολεμηθούν με τον νόμο του κ. Φίλη ή την αντίληψη του κ. Tσακαλώτου ότι στην παιδεία γίνονται θαύματα (;!) (βλ. συνέντευξη στον Antenna).

Oπως σημειώνει ο κ. Nικήτας Σινιόσογλου στη συνέντευξή του στο ARB (Iανουάριος 2017) με τον Pίτσαρντ Γουόλιν, «H άκρα Δεξιά και η μεταμοντέρνα Αριστερά είναι συχνά όψεις του ιδίου νομίσματος: αμφότερες τρέφουν το ίδιο μένος εναντίον του Διαφωτισμού, του ορθολογισμού, του ανθρωπισμού και της νεωτερικότητας».

Oταν η λαϊκιστική αντίληψη της Ιστορίας επιχειρεί την αναθεώρησή της, γίνεται εξόχως αναχρονιστική. Nέες έννοιες όπως η παγκοσμιοποίηση ή ο νεοφιλελευθερισμός, που καταστρέφουν υποτίθεται εγχώριες παραδόσεις, καθιστούν τους δημιουργούς της νεώτερης Eλλάδος, όπως ο Kοραής ή ο Bενιζέλος, υπονομευτές της ταυτότητας των Eλλήνων.

* O κ. Θάνος Bερέμης είναι ομότιμος καθηγητής EKΠA. (Κ, 19-2-17)

 

 

 

Η ιστορική σύγκρουση των «δύο Βήτα»…

ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ, K, 18-9-2016

«Τα Δύο Βήτα» τιτλοφορείται το νέο βιβλίο της Αθηνάς Κακούρη, καταξιωμένης από τα ιστορικά και αστυνομικά της μυθιστορήματα. Το «Τα Δύο Βήτα» είναι κάτι διαφορετικό: μια εξιστόρηση βασισμένη σε ιστορικά τεκμήρια, πραγματικά γεγονότα και αληθινά πρόσωπα, με έντονα όμως μυθιστορηματική χροιά. Ποια είναι τα «δύο Βήτα»; Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος και ο Βενιζέλος.

Στο επίκεντρο της ιστορίας της Κακούρη, με άλλα λόγια, είναι η ιστορική σύγκρουση των δύο ανδρών της ελληνικής ιστορίας, ο Εθνικός Διχασμός (που τόσο συζητείται ξανά μετά τη σχετική ιστοριογραφία του Γιώργου Μαυρογορδάτου) και η εμβληματική εκείνη δεκαετία 1912-1922, που ξεκίνησε με θριάμβους αλλά έληξε με καταστροφή. Στην περίπτωση της Κακούρη, βάσει των στοιχείων που παραθέτει, όπως γράφει η ίδια, ο μέγας υπεύθυνος για τον Διχασμό ήταν ο Βενιζέλος.

Σήμερα η «Κ» προδημοσιεύει χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το βιβλίο «Τα Δύο Βήτα» που κυκλοφορεί από αύριο στα βιβλιοπωλεία από τις εκδόσεις Καπόν.

Τα σοβαρά ανταλλάγματα

Λίγο μετά την Πρωτοχρονιά (11/24 Iανουαρίου 1915), ενώ ακόμη τα λίγα τυχερά παιδιά στις πόλεις θαύμαζαν τα παιχνίδια που τους είχε φέρει ο Αγιος Βασίλης και όλα τα υπόλοιπα τουρτουρίζοντας γλυκαίνονταν με μια χούφτα σταφίδα, μια σφεντόνα, ένα κουτσούνι από πανί, στο Υπουργείο Εξωτερικών έφθανε μια πρόταση της Αγγλίας, όπου υποσχόταν «σοβαρά ανταλλάγματα στην Μικρά Ασία» αν σπεύδαμε σε βοήθεια της Σερβίας και –προκειμένου να εξασφαλίσουμε το πλευρό μας από τους Βουλγάρους– τους παρακινούσαμε να βγουν μαζί μας, παραχωρώντας τους την Καβάλα και την περιοχή της με την Δράμα. [...]

Ο Βενιζέλος έκαμε ακόμη ένα διάβημα προς την Ρουμανία, προσπαθώντας να την πείσει να εναρμονίσει την εξωτερική της πολιτική με την δική μας – δηλαδή να υποσχεθεί πως θα συγκρατούσε την επιθετικότητα της Βουλγαρίας. Και ενώ περίμενε ακόμη απάντηση από το Βουκουρέστι, κάθησε, στις 11/24 Iανουαρίου 1915, και έγραψε στον Βασιλιά το πρώτο εμπιστευτικό του υπόμνημα: Οσο και αν είναι επώδυνη η θυσία της Καβάλας –του γράφει– αξίζει διότι έτσι θα σωθεί ο Eλληνισμός της Μικράς Ασίας και θα δημιουργηθεί η Μεγάλη Eλλάς… [...] Ο Βασιλιάς όμως απέκλεισε μια τέτοια σκέψη.

Δυο μέρες αργότερα, στις 13/26 Iανουαρίου 1915, το βράδυ, ο Βενιζέλος φώναξε τον Ιωάννη Μεταξά στο Υπουργείο των Εξωτερικών. Τον ρώτησε πώς πάει η μελέτη περί Μικράς Ασίας. Ο Μεταξάς απάντησε πως την προχωρεί ο Eξαδάκτυλος, αλλά σημειώνει ήδη πως οι περισσότεροι ελληνικοί πληθυσμοί φαίνεται να βρίσκονται μάλλον προς τα βόρεια παράλια της Μικρασίας παρά προς τα δυτικά. « […] αυτό δεν ήθελε καθόλου να το παραδεχθεί ο Βενιζέλος». Μετά ρώτησε για την φυσικογεωγραφική μελέτη και ο Μεταξάς είπε πως την έχει έτοιμη και κανόνισαν να πάει την επομένη να εισηγηθεί.

Ο Βενιζέλος του πρόσθεσε ότι «ήδη μας προσφέρουν τμήματα της Μ. Ασίας και πρέπει να καθορίσωμεν έναντι της Τριπλής Συνεννοήσεως τας απαιτήσεις μας. Ηδη, κ. Μεταξά, δεν γίνεται πλέον λόγος περί παραχωρήσεως της Καβάλας εις την Βουλγαρίαν».

Αυτό ήταν μια πληροφορία που είχε λάβει ο Βενιζέλος από τον Λλόυντ Τζωρτζ μέσω του Τζων Σταυρίδη. Ανεξήγητο όμως μένει γιατί την ανέφερε εδώ στον Μεταξά, αφού ήδη πριν από μέρες είχε ο ίδιος προτείνει την παραχώρηση της Καβάλας έναντι ανταλλαγμάτων.

Οπωσδήποτε ο Μεταξάς τον έβαλε να ξαναπεί ότι δεν γίνεται πλέον λόγος για παραχωρήσεις. Και ο Βενιζέλος απήντησε: «Αποκλείεται, μάλιστα, εντελώς. Η Σερβία μόνον θα κάμει παραχωρήσεις, η δε ιδική μας παραχώρησις έγκειται εις το να μην αντισταθώμεν εις τας σερβικάς παραχωρήσεις».

Και ο Μεταξάς: «Εγώ, κύριε Πρόεδρε, ως στρατιώτης, είμαι πλήρης χαράς διά τον αποκλεισμόν πάσης ιδέας παραχωρήσεως της περιοχής Καβάλας και Δράμας, διότι ούτω διατηρούμεν θαυμάσια σύνορα, των οποίων η περικοπή θα μας εζημίωνε στρατηγικώς τα μέγιστα».

Η Μικρά Ασία

Η συζήτηση συνεχίστηκε για την περιοχή νοτίως του Eλλησπόντου, που ο Μεταξάς επέμεινε πως πρέπει να ζητηθεί, επειδή ο περισσότερος πληθυσμός της ήταν ελληνικός. Αλλά ο Βενιζέλος δεν ήθελε να ακούσει «περί τοιούτου παζαρεύματος και σκοπεύει να μην εγείρη ουδεμίαν απαίτησιν επί του τμήματος τούτου. Η ιδέα του είναι να ζητήση τα όρια του βιλαετίου του Αϊδινίου περίπου».

Και με την Τουρκία τι θα γίνει; ρώτησε ο Μεταξάς.

Κάπως διστακτικά ο Βενιζέλος απάντησε πως θα την «θανατώσουν» οι Σύμμαχοι.

Αυτό, είπε ο Μεταξάς, «το θεωρώ λίγο δύσκολο, γιατί ούτε οι Αγγλοι ούτε οι Γάλλοι έχουν διάθεση να εξοντώσουν την Τουρκία. Επί πλέον το μόνο που μπορούν να κάμουν είναι να εκβιάσουν τα Δαρδανέλλια και τον Βόσπορο, αλλά τότε οι Τούρκοι θα αποσυρθούν στην Μικρά Ασία και ποιος θα πάει να τους προσβάλει εκεί και να τους καταστρέψει;».

Τότε, είπε ο Βενιζέλος, «θά προστεθούμε κι εμείς στον αγώνα».

«Θα εκστρατεύσουμε στην Μικρά Ασία; Και ποιος θα μας προστατεύσει τα ευρωπαϊκά μας σύνορα;».

«Από ποιους;» ρώτησε ο Βενιζέλος.

«Από τους Βουλγάρους».

Προϋποτίθεται, απάντησε ο Βενιζέλος, πως οι Βούλγαροι θα είναι σύμμαχοί μας και θα επιτεθούν κι αυτοί κατά της Τουρκίας. Χωρίς αυτήν την προϋπόθεση, δεν βγαίνουμε στον πόλεμο.

 

Τότε, είπε ο Μεταξάς, μπορούμε να την σκεφτούμε την επιχείρηση.

Αυτά κάθησε ο Μεταξάς και τα έγραψε το βράδυ της επομένης, διότι προφανώς την ημέρα του την είχε αφιερώσει στο να συντάξει το «Υπόμνημα περί Μικράς Ασίας, Δυνατότητες Διανομής».

Tην παρ’ άλλη, δηλαδή στις 15/28 Iανουαρίου 1915, ο Βενιζέλος πάλι τον κάλεσε και συζήτησαν δυόμισι ώρες, από τις πέντε το απόγευμα μέχρι τις επτάμισι το βράδυ. Γυρίζοντας σπίτι του ο Μεταξάς σημείωσε τι είχαν πει.

Αυτήν την φορά ο Βενιζέλος του ανακοίνωσε «επιδείξας μοι τας ανακοινώσεις του εδώ Αγγλου πρέσβεως» ότι πρόκειται για εκστρατεία στην Σερβία με σκοπό να την βοηθήσουμε κατά των Αυστρογερμανών, για την οποία «θά ελαμβάνομεν εις αντάλλαγμα ολόκληρον το δυτικόν μέρος της Μικράς Ασίας. Εις την ανακοίνωσιν όμως του κ. Ελλιοτ, παρετήρησα [λέει ο Μεταξάς] ότι ανεφέροντο παραχωρήσεις εις τας ακτάς της Μικράς Ασίας (concessions sur la côte de l’Asie Mineure) και ότι αυτή ήτο ανεπίσημος (officieuse)».

Εδώ έρχονται στον νου τα όσα συνεπαρμένη περιγράφει η Δέλτα. Στο σπίτι του αδερφού της, στην Αίγυπτο, λίγους μήνες αργότερα, ο Βενιζέλος στέκει εμπρός σ’ έναν χάρτη. «Με μια γοργή κίνηση του χεριού του, σκούπισε όλη την ακτή και το χίνδερλανδ της Μικράς Ασίας. […] “Ως αμοιβή […] μας υπόσχουνταν ο Lloyd George αυτά”. […] έβλεπε πραγματοποιήσιμη μια Μεγάλη Eλλάδα. Κι εννοούσε τ’ όνειρό του να το κάνει πραγματικότητα. Και αν τον εμπόδιζε ο Βασιλεύς, θα παραμέριζε το Βασιλέα, θα τον έδιωχνε, όπως έδιωξε τον Γεώργιο από την Κρήτη».

 

 

 

(Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ Δ/ντή του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και Μελετών «Ελ. Κ. Βενιζέλος»-Χανιά μέσω της Καθημερινής 19-2-17):

Αναγκαία η ψύχραιμη αποτίμηση μιας μεγάλης ιστορικής διαδρομής

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ*

Καθημερινή, 19.02.2017

Με έκπληξη διαβάσαμε στο φύλλο της 12ης Φεβρουαρίου της έγκριτης «Καθημερινής» το άρθρο του κ. Χρήστου Γιανναρά. Η καλοπροαίρετη και τεκμηριωμένη κριτική σε συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές ιστορικών προσωπικοτήτων είναι ασφαλώς σεβαστή και αναγκαία στον δημόσιο διάλογο, τον οποίο κατεξοχήν και διαχρονικά υπηρετεί η «Καθημερινή», με ποιοτικές εκδόσεις και αφιερώματα κύρους.

Ωστόσο, το συγκεκριμένο άρθρο προκαλεί θλίψη και απογοήτευση και κατά τη γνώμη μας προσβάλλει την αισθητική αντίληψη του απαιτητικού αναγνωστικού κοινού της εφημερίδας, καθώς περιέχει βαρύτατες εκφράσεις και ανιστόρητες αναφορές, φθάνει μάλιστα να υιοθετεί, έναν αιώνα αργότερα, την εμπαθή φρασεολογία που χρησιμοποιούσαν στις χειρότερες στιγμές του Εθνικού Διχασμού φανατικά έντυπα του περιθωρίου.

Δεν κρίνουμε σκόπιμο να ασχοληθούμε διεξοδικά με τα ζητήματα που θίγονται στο άρθρο, αλλά θα αναφερθούμε επιγραμματικά σε κάποια σημεία όπου επιχειρείται παραποίηση των ιστορικών γεγονότων. Ο Βενιζέλος όταν εγκατέλειπε την αρχή, έχοντας καταψηφιστεί, πέραν πάσης προσδοκίας μετά τον διπλωματικό θρίαμβο της Συνθήκης των Σεβρών, στις μοιραίες εκλογές του 1920, άφηνε πανίσχυρη την Ελλάδα στη Μικρά Ασία. Είναι ενδεικτικό ότι ακόμη και ο Ιωάννης Μεταξάς, που μόνο βενιζελικός δεν ήταν, στο ημερολόγιό του είναι κατηγορηματικός για τις τεράστιες ευθύνες και τις εγκληματικές παραλείψεις των βασιλικών κυβερνήσεων, οι οποίες διαδέχθηκαν τον Βενιζέλο και οδήγησαν στην καταστροφή. Επιπλέον, στο άρθρο χρησιμοποιούνται αφορισμοί που δεν αντέχουν στην κριτική. Ο όρος «στυγνός δικτάτωρ», για παράδειγμα, μας φέρνει αυτομάτως στον νου τον Χίτλερ, τον Μουσολίνι, τον Σαντάμ Χουσεΐν και δεκάδες άλλους, ενώ σκοπίμως δεν λαμβάνονται υπόψη οι έκτακτες συνθήκες της εποχής (1917), όταν ολόκληρη η Ευρώπη βρισκόταν σε πολεμικό αναβρασμό και σε εμπόλεμες χώρες, όπως η Γαλλία και η Ιταλία, είχε επιβληθεί στρατιωτικός νόμος.

Οσον αφορά τη διασπορά αγαλμάτων του Βενιζέλου σε ολόκληρη την Ελλάδα, που τόσο ενοχλεί τον αρθρογράφο, αυτή αντικατοπτρίζει την πρόσληψη της ιστορικής διαδρομής και των επιτευγμάτων του από τον ελληνικό λαό. Η τοποθέτησή τους έγινε ύστερα από αποφάσεις, κατά κανόνα ομόφωνες, δημοτικών συμβουλίων, που εκφράζουν το λαϊκό αίσθημα.

Τα ίδια ισχύουν και για αντίστοιχες περιπτώσεις στο εξωτερικό (Ουάσιγκτον, Βελιγράδι κ.α.), για τις οδούς σε ολόκληρη την Ελλάδα που φέρουν το όνομά του, καθώς και για τον διεθνή αερολιμένα Αθηνών, έπειτα από σχεδόν ομόφωνη συναίνεση του πολιτικού κόσμου και σύμφωνα με τη διεθνώς καθιερωμένη πρακτική να δίνονται τα ονόματα εμβληματικών προσωπικοτήτων σε αεροδρόμια.

Στις μέρες μας, το παράδειγμα του Βενιζέλου μοιάζει περισσότερο επίκαιρο από ποτέ και εμπνέει ιδιαίτερα τις νεότερες γενιές. Ενδεικτικά, αρκεί να αναφερθούμε στους χιλιάδες Ελληνες και αλλοδαπούς επισκέπτες της οικίας του στη Χαλέπα Χανίων, ενός σύγχρονου μουσείου που εγκαινιάστηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Προκόπη Παυλόπουλο τον Νοέμβριο του 2015, καθώς και στη συμμετοχή χιλιάδων παιδιών κάθε ηλικίας από ολόκληρη την Ελλάδα και την ομογένεια, ακόμη και από την Αιθιοπία, στις πρωτοποριακές εκπαιδευτικές δράσεις του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος» και στον ετήσιο Πανελλήνιο Μαθητικό Διαγωνισμό Δοκιμίου, που τελεί υπό την αιγίδα του υπουργείου Παιδείας, Ερευνας και Θρησκευμάτων.

 

* Ο κ. Νικόλαος Παπαδάκης είναι γενικός διευθυντής του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος» στα Χανιά.

 


Σχολιάστε