"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

Πέστε το με λίγη ποίηση! (Χ.Ν., 13-2-17)

 

 

 

 

ΠΕΣΤΕ ΤΟ ΜΕ ΛΙΓΗ ΠΟΙΗΣΗ…

  • «Όλα τα φύλλα τση καρδιάς/ τα ’χω διαμοιρασμένα

Μα τση καρδιάς μου την καρδιά/ τη φύλαξα για σένα»! (κρητική μαντινάδα)

ΠΕΡΑ από οικονομικές κρίσεις, πολιτικές ανακατατάξεις κι ανούσιες κομματικές αντιπαραθέσεις, πέρα από εφήμερες ιδεολογίες, πλούτη και φτώχειες, υπάρχει ένας μικρός «παιχνιδιάρης», κυρίαρχος Θεός: εισβολέας απρόσμενος στην καθημερινότητά μας, δαίμονας απρόσκλητος, επίμονος στις απαιτήσεις του. Είναι αυτός που ανατρέπει, εκμηδενίζει το χρόνο μας.

ΔΕΝ υπάρχει λαός στην ανθρώπινη Ιστορία που να μη τον ύμνησε, ούτε φυσικά άνθρωπος που να μη προσευχήθηκε ή να κατέφυγε σε μαγικά «ματζούνια» για να γλιτώσει από τη «μάνητά» του. Τον λατρεύουμε με πάθος και τον φοβόμαστε με δέος…

ΘΕΟΣ «λυσιμελής» και «γλυκύπικρος» (1), «λυσίπονος» και «ιμερόεις» (=θελκτικός), ανίκητος και πάνδημος, κληδούχος και φρενοκλόπος είναι πάντα ο «κάλλιστος» του αρχαίου Δωδεκαθέου. Όλοι και όλα στη ζωή τον αναζητούν αφού δίχως αυτόν τίποτε το ωραίο δεν υπάρχει γύρω μας, τίποτε δεν  «νοστιμίζει» ούτε συνέχει τη ζωή.

ΝΑΙ! Μια ζωή χωρίς έρωτα δεν έχει νόημα. Κι ο Έρωτας είναι αυτός που φέρνει οίστρο, έμπνευση και «παιδεμούς», ενθουσιασμό και εξάρσεις, απογοήτευση και ζήλεια, φθόνο και κακία, τρέλα και αυτοκαταστροφή-όταν δεν έχει ανταπόκριση. Αντίθετα, φέρνει γαλήνη και ευτυχία, ευφορία και δημιουργικότητα, μεγαλοσύνη και αγιοσύνη-όταν είναι αμοιβαίος… Είναι  Θεός δίχως «αρχές», «δόγματα» και κανόνες: αυτεξούσιος, χωρίς οπαδούς και μαθητές. Αιφνιδιάζει εκεί που δεν τον περιμένεις και φεύγει όταν τον χρειαζεσαι απεγνωσμένα αφήνοντας ανεξίτηλα ίχνη, όπως

  • «Αν κάποτε σταματήσω να σ΄αγαπώ, τότε θ΄αγαπώ τις μέρες που σ΄ αγάπησα»!

… ΜΙΚΡΗ ανάσα στον ωκεανό των προβλημάτων η αυριανή μέρα (14/2), αν και ανέκαθεν πιστεύαμε πως ο έρωτας δεν χωράει σε ημερολογιακά «καλούπια». Είναι άχρονος και διάχυτος παντού. Ενυπάρχει από καταβολής κόσμου στη φύση του ανθρώπου: για όλα τα πράγματα που θέλουν πάθος, αυτός είναι εκεί και περιμένει να τον καλέσουμε. Εμπνέει τα ωραιότερα, όχι σπάνια και τα χειρότερα. Άλλοτε φτάνει στις καρδιές μας σφοδρός σαν τον άνεμο και βίαιος σαν καταιγίδα, κι άλλοτε φεύγει διακριτικά χαράσσοντας την ψυχή μας με εκείνη τη μάταιη, ανεκπλήρωτη, γλυκιά προσδοκία:

«Σε περιμένω. Μη ρωτάς γιατί.
Μη ρωτάς γιατί περιμένει εκείνος
που δεν έχει τι να περιμένει
Και όμως περιμένει.

Γιατί σαν πάψει να περιμένει
Είναι σα να παύει να βλέπει
Σα να παύει να κοιτά τον ουρανό
Να παύει να ελπίζει
Σα να παύει να ζει.

Αβάσταχτο είναι… Πικρό είναι
να σιμώνεις αργά στ’ ακρογιάλι
χωρίς να είσαι ναυαγός
ούτε σωτήρας


Παρά ναυάγιο…» (2)

 


 

ΑΛΛΕΣ φορές πάλι, αποτελεί ευτυχές συναπάντημα δυο  «πλατωνικών» αναζητήσεων που με τον καιρό μετατρέπονται σε ενιαίο ένα, σε αμοιβαία Α γ ά π η:

«Κάποτε ήσουν η περίκλειστη κι η αβυθομέτρητη.

Τώρα άνοιξες σα ρόδο στην ανασεμιὰ του Μάη.

Το φως σε καταυγάζει κι εσὺ αφήνεσαι

προσηνὴς στη φιλότητά μου κι ενδόσιμη.

Τώρα δε μού είσαι η άγνωστη κι η ξένη.

Ήρθε πια η ώρα να σ’ ονοματίσω.

σε λέω Φοίβη γιατί φώτισες τις νύχτες μου

σε λέω Μυρσίνη γιατὶ ευώδιασες τον ύπνο μου

σε λέω Αυγὴ γιατί δρόσισες την έρημό μου

σε λέω Αγάπη.» (3)

 

 


 


 

Η ΠΑΡΑΦΟΡΑ του έρωτα και το απόλυτο δόσιμο στον Άλλο (που μπορεί να είναι ο ίδιος ο Θεός) «ιστορούνται» με την ακραία έννοια της αυτοθυσίας:

«Σβήσε τα μάτια μου, μπορώ να σε κοιτάζω

Τ’ αυτιά μου σφράγισέ τα, να σ’ ακούω μπορώ.

Χωρίς τα πόδια μου μπορώ να ‘ρθω σ’ εσένα,

και δίχως στόμα, θα μπορώ να σε παρακαλώ.

Κόψε τα χέρια μου, θα σε σφιχταγκαλιάζω, σαν να ήταν χέ-

ρια, όμοια, καλά, με την καρδιά.

Σταμάτησέ μου την καρδιά, και θα καρδιοχτυπώ

με το κεφάλι.

Κι αν κάμεις το κεφάλι μου συντρίμμια, στάχτη,

εγώ μέσα στο αίμα μου θα σ’ έχω πάλι» (4)

 

ΝΑ και η ξέφρενη αγάπη του φόβου και του κενού της ύπαρξης:

«…Σ’ αγαπώ με το σώμα δίχως νου,

Με το μπλε και το μαύρο τ’ ουρανού.

Σ’ αγαπώ με τον τρόμο του κενού.

Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ…

Σ’ αγαπώ κι ας το ξέρω

Πως δε θα μου βγει σε καλό!» (5)

ΕΙΤΕ μας «βγει» σε καλό είτε σε κακό, ο έρωτας έχει το καλό ότι διώχνει την ανθρώπινη μοναξιά, αφού μόνο μέσω αυτού (σε όλες τις μορφές του) συνυπάρχουμε με τον άλλο ή το άλλο. Γι αυτό και στον έρωτα  πρέπει να δίνεται κανείς ολοκληρωτικά. Λένε πως καλύτερα να γνωρίσεις έναν έρωτα παράφορο, ίσως καταστροφικό, παρά να μη γνωρίσεις τίποτε. Ζωή χωρίς πάθος, δεν λέγεται ζωή.

ΣΕ ένα απόσπασμα άρθρου της, με θέμα τον Ράινερ Μαρία Ρίλκε, η δημοσιογράφος Όλγας Σελλά («Κ»,13-9-2009), καταγράφει και τα παρακάτω «συμβουλευτικά» του ποιητή για τον έρωτα και τους νέους:  «Να πάρουν τον έρωτα στα σοβαρά, να τον αντέξουν, και να τον μάθουν, όπως μαθαίνουμε ένα επάγγελμα – αυτό πρέπει να κάνουν οι νέοι. Οι άνθρωποι έχουν παρεξηγήσει, όπως τόσα άλλα πράγματα, τη θέση του έρωτα στη ζωή. Εκαναν τον έρωτα παιχνίδι και διασκέδαση, πιστεύοντας ότι τα παιχνίδια και οι διασκεδάσεις προσφέρουν μεγαλύτερη ευχαρίστηση από τη δουλειά. Τίποτε όμως δεν μας δίνει μεγαλύτερη χαρά και ευτυχία από τη δουλειά. Και ο έρωτας, ακριβώς επειδή είναι η πιο ακραία μορφή χαράς και ευτυχίας, δεν μπορεί παρά να αποτελεί δουλειά. Όποιος αγαπά λοιπόν, πρέπει να προσπαθεί να φέρεται σαν να ‘χει να φέρει εις πέρας ένα πολύ σπουδαίο καθήκον…» Ναι! Τελικά, η αγάπη δεν είναι πολύπλοκη. Εμείς  την κάνουμε έτσι…

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

 

-(1) «Ο έρωτας που τα μέλη παραλύει πάλι με τάραξε∙

Γλυκόπικρο είναι φίδι, και ποιος θα του ξεφύγει;» (Σαπφώ, στο «Κέλομαί σε Γογγύλα»)

 

-(2) Μενέλαος Λουντέμης, ποίημα «Αναμονή», σελ. 71 (απόσπασμα), από τη συλλογή «Κοντσέρτο για δυο μυδράλλια κι ένα αηδόνι», έκδ. Δωρικός, 1973 -και σε μουσική Ευανθ. Ρεμπούτσικα https://www.youtube.com/watch?v=Lhzu72KR8To

 

-(3) Γ. Μανουσάκη, Συνάντηση, θ, από τη συλλογή «Τρίγλυφο», εκδ. Ολκός, 1976 [Το ποίημα είναι επιλογή και ευγενική προσφορά της κας Αγγ. Καραθανάση-Μανουσάκη, για το παρόν σημείωμά μας. Την ευχαριστούμε]

 

-(4) Ράινερ Μαρία Ρίλκε (1893-1943), στη συλλογή Stundenbuch (Βιβλίο των Ωρών), απόσπασμα σε απόδοση Κ. Παλαμά.

-(5)Μιχάλης Γκανάς, «Σ’ αγαπώ» (απόσπασμα), εκδ. Μελάνι, Αθήνα, 2002


Σχολιάστε