"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

L’ arbre de la vie et de la mort (=Το δέντρο: σημείο αναφοράς ζωής και θανάτου) (Χ.Ν., 5-12-16)

 

 

 

 

 

 

 

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ: ΣΗΜΕΙΟ ΑΝΑΦΟΡΑΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΥ    *

  • Το μόνο από τα δημιουργήματα του Θεού που αντικρίζει κατάματα τον ουρανό και με τα κλαδιά του απλωμένα προσεύχεται, είναι το δέντρο… Το μόνο που αγκαλιάζει γη κι ανθρώπους με τα μεγάλα «χέρια» του και συμμαχεί με ήλιο και αγέρα για να υπάρχει πνοή και χρώμα στη φύση, είναι το δέντρο…Περήφανο και σιωπηλό, με αρχετυπικούς συμβολισμούς γέννησης και θανάτου, αν και απόλυτα αναγκαίο στοιχείο ζωής του ανθρώπου, παραμένει ταπεινό, μοναχικό, ανυπεράσπιστο, χωρίς δικαιώματα!

ΤΥΧΑΙΝΕΙ φορές να νιώθω περίεργα φυλακισμένος σε τούτο το  φωτεινό κι΄ άλλοτε γκρίζο χανιώτικο τοπίο. Ο βουνίσιος άνθρωπος, έλεγε η μάνα, αναζητά τη ζωή στο βουνό, με τους  φαιόχρωμους κι ατέλειωτους ορίζοντές του. Η βουνίσια λευτεριά  διαφέρει απ΄ τη θαλασσινή!

ΣΤΟ βουνό αισθάνεσαι τη ζωή στην απόλυτη μορφή της: αγγίζεις το χώμα, τα φυτά, τα δέντρα∙ μιλάς με τα ζωντανά του δάσους, «κυνηγάς» μυθικά πλάσματα, ανασκαλεύεις ντόπιες ιστορίες, γυρεύεις μυστήρια πίσω από δέντρα και πηγές. Εκεί στο μεταίχμιο εσπερινού και νύχτας «που όλα ησυχάζουν», νιώθεις να χαλαρώνεις…

ΝΟΣΤΑΛΓΟΣ του πράσινου της φύσης, συχνός «ταξιδιώτης» και περιπατητής των αρίφνητων δρόμων της μνήμης, αναθιβάνω τους πρώτους καημούς της γενιάς μου:

  • «Τίνος να πω το ντέρτι μου, το ντέρτι της καρδιάς μου;

Να σας το ειπώ ψηλά βουνά, ψηλά είναι δεν τ΄ακούτε.

Να σας το ειπώ ψηλά δεντρά, φυσά βοριάς το παίρνει…»

 


ΓΙΑ το δέντρο λοιπόν που είναι «μάρτυρας» ζωής και θανάτου, η μικρή αυτή αναφορά:

«…Κάθε φορά που ο μικρός Αλέξης πληγωνόταν από τους μεγάλους, κατέφευγε στο αγαπημένο του δέντρο∙ εκεί χαμηλά στην πλαγιά του Βερμίου που στα ριζά του βρισκόταν το Τουρκοχώρι (Πατρίς) και άρχιζε ο ατέλειωτος βεροιώτικος κάμπος, δέσποζε γαλήνιο και μοναχό ένα δέντρο, μια ώριμη βελανιδιά. Πρινοπλαγιά η περιοχή, μισοκαμμένη από τον εμφύλιο, ήταν γεμάτη ξερολιθιές.

«Με το βαθύσκιο φύλλωμα και τον σκληρό κορμό της, η βελανιδιά προστάτευε πουλιά, ερπετά, ανθρώπους κι αγρίμια της νύχτας. Πλησίαζαν οι γιορτές και τα χριστουγεννιάτικα δέντρα στους παιδικούς θαλάμους της Παιδόπολης λαμπύριζαν με τα χλωμά πρασινοκίτρινα λαμπιόνια τους. Ο Αλέξης ξανάφερνε στο μυαλό του  κάτι παλιές αλλόκοτες εικόνες κι ας πάσχιζε να τις λησμονήσει: θαμποθυμόταν το κάψιμο με στουπιά και βενζίνη του χωριού του από τους αντάρτες (1947), το λαμπάδιασμα του σχολείου και του φτωχικού σπιτιού τους, μα και το επιθανάτιο μούγκρισμα των  δεμένων ζώων που καίγονταν. Ακόμη και τώρα νόμιζε πως άκουγε το τσιτσίρισμα των φλεγόμενων κλαδιών των δέντρων. Κλαίνε και τα δέντρα; αναρωτιόταν. Όλα φάνταζαν -και έμειναν έτσι στη μνήμη χαραγμένα- ένα εφιαλτικό όνειρο που ερχόταν να ταράξει συχνά τον ύπνο του.

«Το δέντρο της ζωής» του Αλέξη, η οικογένειά του, έμεινε για πάντα «καμένο» από εκείνον τον «σπάταλο σε αίμα» αδελφοκτόνο πόλεμο (1): πέντε από τα κλαδιά-ριζώματά του «έφυγαν» βίαια, θύματα ιδεοληψιών και μοιραίων παιχνιδιών εξουσίας των ξένων. Ευτυχώς που εδώ, στην Παιδόπολη, είχε συντροφιά τον Μούρτζο, ένα μικρό τσοπανόσκυλο που «άκουγε» τις ιστορίες του, όταν κάθονταν μαζί στη σκιά του δέντρου τους. Τα βράδια, που οι  καλοκαιρινές ζέστες και οι ξάστεροι ουρανοί με τη Μεγάλη Πανσέληνο κατέβαζαν χαμηλά στον ορίζοντα γαλαξίες και Άρκτους, ο Αλέξης ακολουθούσε τον πολικό αστέρα -όπως τους έλεγε ο δάσκαλος- ώσπου να ανταμώσει τον αστερισμό της Πούλιας και της Μνημοσύνης∙ εκεί κατοικούσαν οι δικοί του νεκροί. Ζούσε την απώλεια και το πένθος με τη φυγή και τ’ όνειρο!

«Κάποιες φορές πάλι σκαρφάλωνε ως την ψηλότερη κορφή της βελανιδιάς κι από κεί έστελνε χαιρετίσματα στ’ αγαπημένα του πρόσωπα: τον παππού Σάββα -καρφωμένο σαν τον Χριστό στον κορμό ενός δέντρου στα Κρούσια, τη γιαγιά Παρθένα αγκαλιά με τη μικρή της δεκαεξάχρονη κόρη -με δυο τρύπες η κάθε μια στο στήθος, τους σκοτωμένους σε μάχες Γιώργο και Αναστάση -πατέρα και θείο του. Το δέντρο τότε άνοιγε σαν ανθός πέρα για πέρα τα κλαδιά του∙ έπειτα ψήλωνε, ψήλωνε, ώσπου ο Αλέξης άγγιζε τα πρώτα αστέρια! Σκούπιζε βιαστικά τα μάτια του, έκρυβε τους λιγμούς που τον έπνιγαν και σιωπούσε για να ακούσει! Το τραγούδι ερχόταν από απ’ τους αόρατους χυμούς ζωής του δέντρου του! Έπειτα αυτό ξαναχαμήλωνε, έκλεινε απαλά τα κλαδιά κι απίθωνε στη γη τον Αλέξη που βαριοκοιμόταν: πίστευε πως ο μικρός του φίλος, με τη «φυγή» στα άστρα λυτρωνόταν απ’τον αβάσταχτο πόνο του.» (2)

 


ΤΟ ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑ, όμως, με το δέντρο έχει κι άλλες εικόνες. Για το φιλόλογο/συγγραφέα Λουκά Κούσουλα (1929-) αποτελεί ένα μυστικό σημάδι πως εκεί «γύρω στις ρίζες του» είναι θαμένοι και πολεμιστές της «άλλης πλευράς». Κι ακόμη, πως εκείνη η άγρια περίοδος του Εμφυλίου στη χώρα, πρώτα με τους δωσίλογους των Γερμανών, έπειτα ανάμεσα σε συγχωριανούς και συγγενείς, ήταν μια  α-νόητη, «ξενοκίνητη» αυτοκτονία του έθνους:

«Στο δυτικό μας ορίζοντα, στο σημείο ακριβώς που σμίγουν η τελευταία ράχη του Παρνασσού με τα μακρυσμένα Βαρδούσια, όχι μακριά πολύ, για να χάνεται και να σβήνει, ούτε αρκετά κοντά πάλι να καλοδιακρίνεται∙ εκεί που δύει ο ήλιος στις μεγάλες μέρες του Μάη, στο άβαθο κοίλωμα τ’ ουρανού, τη μικρή του γουβίτσα, που κρατάει πάντα λίγο χρώμα της δύσης, απ΄το βαθύ κόκκινο τ΄Απριλιού ως το αχνό κίτρινο του Αυγούστου∙ ξέθωρο τις θαμπές ώρες, ολοκάθαρο μες στη διαύγεια, ένα κρυφό νεύμα για όποιον το ξέρει όπως εγώ από παιδί, σχεδόν απαρατήρητο για τους άλλους, γράφεται μια φορά καθαρά, ζωσμένο τον ουρανό, ένα μοναχικό, πανύψηλο δέντρο (…)

Στα πολύ παιδικά μου, στ΄απολησμονημένα, σ΄αυτά που ανατρέχεις δύσκολα ύστερα, όχι γι’ άλλο κανένα λόγο, μόνο από φόβο μην τα παρεξηγείς κι αερολογείς, όταν -για να το πω! -φτάνει ένα, τίποτα θα λέγανε οι άλλοι, ένα σχήμα απλώς στη διπλανή ράχη, από νταμάρια ή χείμαρρο, να σε κάμει, χωρίς να το καταλάβεις, του θανατά, και πάλι, χωρίς είδηση από πού μια πνοή σε τυλίγει, σα σύννεφο, φέρνοντάς σε στη σιγουριά και την ειρήνη, τότε -ο παθών μεμαρτύρηκε!- κι ας το κατάλαβα αργά, ήταν το δέντρο αυτό που επενεργούσε γλυκά και με στύλωνε, και με δρόσιζε, φτάνει να έστρεφα κατακεί τη ματιά μου χωρίς, είπα, να το καταλάβω! Μυστήρια πράματα! Τους έχουν θάψει κοντά του. Ήταν αυτό, μάθαμε, το σημείο της ενέδρας. Κι ούτε άγαλμα, ούτε άλλη στήλη στη μνήμη τους.» (3)

ΚΑΗΜΕΝΗ πατρίδα! Τόσο αίμα άδικο κι απ΄τις δυο πλευρές, τόση σπατάλη νέων ανθρώπων για ένα δήθεν πιο δίκαιο κόσμο; Τόσοι θάνατοι για μια φρούδα ελπίδα των κοινωνιών μας, που όλο έρχεται κι όλο φεύγει, επειδή είμαστε ανίκανοι να την πραγματοποιήσουμε;

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

-(1) «…Το χρώμα του εμφύλιου είναι το μαύρο, ένα απέραντο απ’ άκρη σ’ άκρη μαύρο κι η μνήμη δεν μπορεί να ρίξει πουθενά μια ευφρόσυνη ματιά.” (Μ. Αναγνωστάκης, συνέντευξη στο περ. «Η Λέξη», τ. 186, Οκτ-Δεκ. 2005)

-(2) Απόσπασμα από ανέκδοτο διήγημα της συλλογής του γράφοντος, «Τα παιδοπολίτικα» (Στ.Γ.Κ.)

-(3)Λουκάς Κούσουλας, «Το Βουνό», εκδ. «Εστία», σελ. 110-111, Αθήνα, 1982

 

  • Με αφορμή την παγκόσμια ημέρα του Βουνού (11/12), αλλά και τα 70 χρόνια από τον «μαύρο» ελληνικό Εμφύλιο (1946-1949).

———————————————————————————————————————————————————————————-

 

ΚΑΙ ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ:

 

1.- “…Eίχαν αλλάξει οι καιροί, τώρα δε σκότωναν, σ’ έδειχναν μόνο με το δάχτυλο, κι αυτό αρκούσε. Ύστερα, κάνοντας έναν κύκλο που όλο στένευε, σε πλησιάζανε σιγά σιγά,  εσύ υποχωρούσες, στριμωχνόσουνα στον τοίχο, ώσπου, απελπισμένος, άνοιγες μόνος σου μια τρύπα να χωθείς. Kι όταν ο κύκλος διαλυόταν, στη θέση σου στεκόταν ένας άλλος, καθ’ όλα αξιαγάπητος κύριος” ((Τ. Λειβαδίτης,”Χοιροστάσιο”, από την Ποίηση. Tόμος Δεύτερος 1972-1977, Kέδρος 1987)

 

 


2.- “Η Ελλάδα ταξιδεύει χρόνια μέσα στην Ελλάδα  

ακολουθώντας το χυμένο αίμα το σπαταλημένο.

Αίμα σταλαματιές κυλάνε στάζουν κάτω στον Άδη.

Πέφτουν απάνω στους νεκρούς οι σκοτωμένοι
αλλάζουν θέση δεν ξυπνάνε.

Μόνο το χέρι τους υψώνεται και δείχνει τη μεριά που
περπατάνε οι δολοφόνοι.

Η Ελλάδα ταξιδεύει χρόνια ανάμεσα στους δολοφόνους.”  (Τάκης Σινόπουλος, «Ακόμη μια νύχτα», XVI. Χρονικό, 1975. Συλλογή ΙΙ. Ερμής, 1980. 182)

 

ΚΑΙ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ:

 

Με το παραπάνω άρθρο “Το δέντρο: Σημείο αναφοράς ζωής και θανάτου” του εκλεκτού συνεργάτη των “Χ.Ν.” Σταύρου Καλαϊτζόγλου, συγκινήθηκαν, ιδιαιτέρως, όσοι έχουν βιωματικές εμπειρίες του επάρατου Ελληνικού Εμφύλιου Πολέμου [1946-1950]. Ο χαρισματικός κι έμπειρος αρθρογράφος με τον πανέμορφο κι απέριττο λόγο του εξοστρακίζει μια κι έξω την Επιλεκτική Μνήμη και στη θέση της βάζει την Συλλογική Εθνική Μνήμη, σαν απαραίτητο και διαφορετικό στοιχείο υπαγωγής – καταβολής του λαού μας. Ας μου επιτραπεί να συμπληρώσω, ότι, ίσαμε τις μέρες μας, οι αιθεροβάμωνες ψευτοκουλτουριάρηδες και θιασώτες των πάσης φύσεως ιδεοληψιών και δοξασιών δεν λένε να προσγειωθούν στην πραγματικότητα της αληθινής και ειρηνικής συμβίωσης των ανθρώπων, όπου γης. Τα θερμά μας συγχαρητήρια στα “Χ.Ν.” και, βέβαια, και στον δημοσιογράφο Σταύρο Καλαϊτζόγλου, που ο λόγος του, σκέτος οδοστρωτήρας, ισοπεδώνει χαρακώματα πολιτικών και κοινωνικών διακρίσεων ανάμεσα στους συνανθρώπους μας. Με εξαιρετική τιμή και φιλική αγάπη Γιώργος Καραγεωργίου, συντ/χος νομικός, κοινωνιολόγος, οικονομολόγος ΧΑΝΙΑ.

 


Σχολιάστε