"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

Με μια παλιά Remington (X.N., 12-9-16)

 

 

 

Με μια παλιά Remington

Η ελεύθερη διακίνηση των ιδεών σε οποιαδήποτε μορφή αποτελεί ένα από τα πολυτιμότερα δικαιώματα του ανθρώπου. Η δε δημοσίευση σκέψεων και ιδεών, σε (και με) οποιοδήποτε μέσο, είναι απ’ τις πιο ζωτικές ανάγκες του.


H ΠΡΩΤΗ εμπειρία μου με την τυπο-λογοτεχνία (1) ήταν μια παλιά γραφομηχανή Remington κι ένας πολύγραφος Gestetner. Μικροί μαθητές του τότε εξαταξίου Γυμνασίου είχαμε λογοτεχνικές ανησυχίες που διοχετεύαμε σε παιδικά περιοδικά, όπως το «Ελληνόπουλο», «Το σπίτι του Παιδιού», «Η (νέα) Διάπλασις των Παίδων», αλλά και σε μια εβδομαδιάτικη επιτοίχια χειρόγραφη “εφημερίδα” -τους “Νεανικούς Αντίλαλους”- που έβγαζαν τα μεγαλύτερα παιδιά. Ωστόσο, εμείς οι μικρότεροι γυρεύαμε κι ένα δικό μας μέσο για να εκφραστούμε πιο ελεύθερα.


ΑΠΟΦΑΣΙΣΑΜΕ, μια δράκα «κουζουλών», να βγάλουμε δικό μας περιοδικό! Ελάχιστα τα μέσα που “γενναιόδωρα” μας παραχώρησε ο κ. Αρχηγός της Παιδόπολης: γραφομηχανή,  πολύγραφο, κόλλες και μεμβράνες, μελάνια, γραφοταινίες, όλα  του γραφείου του. Με «θυσία» τα Σαββατοκύριακά μας! Έπρεπε να βρούμε το χρόνο, «εκτός μαθημάτων», για την όλη διαδικασία: γράψιμο και έκδοση του περιοδικού. Το ονομάσαμε «Τα Χρονικά μας».
ΟΤΑΝ πρωτάγγιξα στα χέρια μου την παλιά Remington, με έπιασε δέος. Όχι τόσο γιατί ήταν βαριά, όσο για το μυστήριο που έκρυβαν τα στρογγυλά πλήκτρα και η «ανορθόδοξη» διάταξή τους. Με ένα πανί και λίγη βενζίνη καθάρισα καλά πρώτα τον κύλινδρο όπου τοποθετούμε το χαρτί ή τη μεμβράνη, έπειτα τις ακτινωτές μεταλλικές προεκτάσεις των πλήκτρων, τα ανάγλυφα πάνω τους γράμματα, τους αριθμούς, τα σημεία στίξης, τα πνεύματα. Τα πλήκτρα, σαν άλλες σειρήνες με καλούσαν κιόλας σε ένα μυθικό ταξίδι. Άρχισα να πληκτρολογώ. Ήταν σαν να άκουγα χοντρές σταγόνες βροχής! Πανικοβλήθηκα, γιατί δεν ήξερα να γράφω. Έπρεπε όμως “επειγόντως” να μάθω. Και έμαθα.


ΠΗΓΑΙΝΟΝΤΑΣ για το Γυμνάσιο, καμιά φορά περνούσαμε μπροστά από γραφεία δικηγόρων ή ποικιλώνυμων εταιριών, στα οποία μικρές κοπέλλες – γραμματείς χτυπούσαν «αλύπητα» και με ταχύτατους ρυθμούς τα πλήκτρα. Χωρίς μάλιστα να βλέπουν τα γράμματα! Μας εντυπωσίαζε η επιδεξιότητά τους. Βλέπαμε, βέβαια, σε ελληνικές ταινίες της εποχής πανέμορφες κοπέλες που ζητούσαν “θέση γραμματέως”, με γνώσεις «τυφλού» συστήματος και Ξ.Γ.! «Τυφλό» σύστημα δεν έμαθα ποτέ, γιατί ποτέ δεν ονειρεύτηκα να ζήσω από μια γραφομηχανή, όπως ζούσαν τότε πολλοί συγγραφείς και δημοσιογράφοι.


ΓΡΑΦΑΜΕ, λοιπόν, το κείμενο στη μεμβράνη, κάναμε τις διορθώσεις με τον “διορθωτή”, μπαίνανε τα σκίτσα με την πένα, ακολουθούσαν οι τίτλοι των κειμένων και έπειτα η διαδικασία του πολυγράφου, με τη «μανιβέλα» και τον αριθμό των αντιτύπων. Οι νεανικές μας απόπειρες, μετά από άπειρες ώρες κοπιαστικής δουλειάς, εύρισκαν διέξοδο. Καρφιτσώναμε τις σελίδες σε τεύχη που μοιράζαμε στους καθηγητές (Στ’ Γυμνάσιο Θεσσαλονίκης) αλλά και στους συμμαθητές μας.  Είχαμε και συνεργασίες καθηγητών για τις οποίες καμαρώναμε!

ΤΟ ΜΕΡΑΚΙ συνεχίστηκε και στη φοιτητική ζωή, κατά τα μέσα της χρυσής δεκαετίας του 1960. Οι «Μήνες», το λογοτεχνικό περιοδικό που έβγαζε ο Σύλλογος Φοιτητών Φιλοσοφικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, στου οποίου τη συντακτική ομάδα συμμετείχα, ήταν μια παρέμβαση εξίσου σημαντική με το ΦΟΘΚ (Φοιτητικό Όμιλο Θεάτρου και Κινηματογράφου) καθώς και με τις εκπαιδευτικές εκδρομές μας.


ΒΓΑΖΟΝΤΑΣ τους “Μήνες” ήλθαμε για πρώτη φορά σε επαφή με τον άλλο ελκυστικό κόσμο. Αυτόν της τυπογραφίας: εδώ τα μηχανήματα ήταν ασήκωτα. Γερμανικής προέλευσης. Βλέπαμε τα μεταλλικά μικρά ανεξάρτητα γράμματα στα κουτάκια της κάσας, με τους στοιχειοθέτες, τους «γραφιάδες» και τους σελιδοθέτες, τους διορθωτές, τα μελανώματα, τα “τυπωθείτω”. Εκεί στην αριστοκρατική τότε οδό Αγγελάκη (Θεσσαλονίκη) η μύηση με το βαρύθυμο και άτακτο κόσμο των μεταλλικών λέξεων και προτάσεων, των σκόρπιων χειρογράφων ή τυπωμένων σελίδων, μάς άφησε πολλές αναμνήσεις… Περίπου όμοιες μ’ αυτές που άφησε, ο “πιεστής” και το “πιεστήριο” στη μικρή Έλλη Αλεξίου, όταν επισκεπτόταν το δικό τους τυπογραφείο στο Ηράκλειο, στις αρχές του περασμένου αιώνα. Γράφει σχετικά (2):


«Κείνα τα πρώτα χρόνια του αιώνα μας (σ.σ., αρχές του 20ου αι.) το τυπογραφείο μας αν και μεγάλο, πλουσιότατο, με αφαντάστατες ποικιλίες ψηφίων γερμανικών και κοσμημάτων, δεν ήταν ακόμη ηλεκτροκίνητο. Ως και το μεγάλο πιεστήριο, όπου τυπώνονταν οι εφημερίδες του πατέρα, η μια με τον Κονδυλάκη, ή το Βογιατζάκη, ή η «Αλήθεια», αργότερα, δούλευε με την εργασία του «πιεστή». Και ο «πιεστής» ποιος ήταν; Ένας ταλαίπωρος άνθρωπος, επιληπτικός, που τον βλέπω αυτή τη στιγμή σκυμμένο να έχει σφιχταγκαλιαμένο το τεράστιο χερούλι της ρόδας. Να γυρίζει και να γυρίζει ασταμάτητα. (…)
«Ο «πιεστής» ήταν «πιεστής». Σπάνια τον αντικαθιστούσαν δυο τυπογράφοι, που από κοινού κάνανε τη δουλειά που αυτός έκανε μοναχός του. Στέκονταν αντικρυστά, γυρίζοντας το χερούλι της ρόδας του μεγάλου πιεστηρίου με τέσσερα χέρια. (…)


«Κείνο το μεγάλο πιεστήριο με εντυπωσίαζε κατά τρόπο μυστηριακό. Η πλάκα, που κουβαλούσε πέρα δώθε την απλωμένη εφημερίδα, και την ακουμπούσε μαλακά-μαλακά πάνω από τις άλλες, κατέληγε σε δυο προεκτάσεις, σα δυο μπράτσα, που σαν να έκαναν γυμναστική με τα χέρια μπρος. Το ένα από τα χέρια κρατούσε ένα χαριτωμένο μικρούλικο αναμμένο φαναράκι, το δεξιό, στεκόμουν με τις ώρες να βλέπω τα μπράτσα να πηγαινοέρχονται κουβαλώντας το φαναράκι, ξέχασα, και με τα πράσινα γυαλάκια του. Δεν ήταν το τζάμι του μονοκόμματο σαν οι τωρινές ηλεκτρικές αμπούλες, όχι. Αυτό ήταν πιστή μικρογραφία των φαναριών του δρόμου -που είχαμε τότε στους δρόμους μας- με έξη τζαμάκια γύρω-γύρω. Λέω σήμερο, πως δεν αποκλείεται να χρησίμευε σαν προστατευτικός φάρος. Γιατί αλήθεια, όταν το πιεστήριο δούλευε, τα μπράτσα ξέβγαιναν αρκετά έξω από το περίγραμμα του γενικού όγκου του πιεστηρίου.
«Κι εγώ στεκόμουν σε αρκετή απόσταση, για να μη με χτυπήσουν τα μπράτσα, που ήρχονταν κατ’ επάνω μου, ίσια στο μπόι του κεφαλιού μου. Δίπλα μου, εκεί στο μισοσκόταδο, ο «πιεστής», κανείς δεν θυμάται το όνομά του, γυάλιζε, λουσμένος στον ιδρώτα».
ΕΤΣΙ παλαιότερα και μόλις μέχρι πρόσφατα, γράφονταν, τυπώνονταν εφημερίδες, περιοδικά, βιβλία, έντυπα: με πολύ κόπο και μόχθο, ιδρώτα, χρόνο, επιμονή, αφοσίωση και αγάπη. Αλλά ποιος θυμάται τα ονόματα εκείνων των εργατών; Γι’ αυτό νομίζουμε πως το “τυπογραφικό” παρελθόν ζητάει το σεβασμό, την εκτίμηση και τη διαφύλαξή του. Κι αυτό κάνει το «Μουσείο Τυπογραφίας» (των Ελένης και Γιάννη Γαρεδάκη) στα Χανιά. Χιλιάδες οι κρυμμένες «αναμνήσεις» των μηχανημάτων του, αμέτρητες οι ιστορίες του κάθε αντικειμένου του και άπειρες οι εικόνες που αναπλάθει στη φαντασία μας από ένα «ένδοξο» παρελθόν.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

-(1) αυθαίρετος όρος (απ’ το τυπώνω και λογοτεχνία). Αφορά στην  παραγωγή και διακίνηση λόγου, με προσωπική ενασχόληση (γραφή στη γραφομηχανή, εκτύπωση σε πολύγραφο, δέσιμο σε τεύχη, διάθεση κ.λπ.)
-(2) Έλλης Αλεξίου «Άπαντα», «Από πολύ κοντά» (αυτοβιογραφικό), σελ. 85-86, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα, 1979]

 

Υ.Γ.

Ago gratias που θα έλεγαν και οι λατίνοι στους «μεγάλους» παιδοπολίτες, για τους οποίους μλώ τακτικά.

Στην παιδόπολη ‘Αγ. Δημήτριος» Θεσσαλονίκης, για μας «μεγάλοι» ήταν οι

ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΣΜΑΡΟΠΟΥΛΟΣ («εκδότης», συντάκτης, καλλιτεχνικός δ/ντής κ.λπ. των «Νεανικών Παλμών» και φυσικά των πρώτων τευχών «ΤΑ ΧΡΟΝΙΚΑ ΜΑΣ»)

Χρ. Τσιαπάλης, πολύτιμος φίλος και  σοφός»αδελφός»

Ανέστης Μπαχατήρογλου, αδελφός του Μάκη

Ριζόπουλος Κώστας, εξαιρετικός Μαθηματικός

Γούλας Αντ., καλλιτεχνης

Βενέτης Χρ., ένας ευφυέστατος και απίθανος ζηγράφος και κειμενογράφος

Τσιπάρης Χρ., ευαίσθητος και «μελετηρός»

Παπαδόπουλος Γ., ζωγράφος και σπουδάσας με υποτροφία στην Αμερική (Φουλμπράιτ)

Τσάλιος Γ., απίθανος ποιητής και απαγγέλων ποίηση

Μπαρμπής Κ., ρεαλιστής και γνώστης της γαλλικής. Μας ενέπνευσε την αγάπη για τη Γαλλική Γλώσσα.

Μπάκας Κ.,

και πολλοί άλλοι που ζητώ συγνώμη που δεν τους θυμάμαι τώρα, αλλά  θα τους συμπληρώνουμε με την πάροδο του χρόνου και τη συμβολή σας (Στ.Γ.Κ.)



Σχολιάστε