"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

Τα παιδοπολίτικα (σχετικά με τον Μάκη-τελευταίο)

 

 

 

 

 

 

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΜΑΚΗ (Πρόδρομο Μπαχατήρογλου)

(τελευταίο)


  • « Chacun de nous a son passé renfermé en lui comme les pages d’un vieux livre qu’il connaît par coeur, mais dont ses amis pourront seulement lire le titre. » (Virginia Woolf) [=Ο καθένας μας έχει το παρελθόν του  κατάκλειστο μέσα του, σαν τις σελίδες ενός παλιού βιβλίου που τις ξέρει απ’ έξω, αλλά από το οποίο οι φίλοι του θα μπορούσαν να διαβάσουν μόνο τον τίτλο]

 

Ι.-Με πολλούς φίλους και γνωστούς- όταν ξαναφέρνουμε στο μυαλό τα παιδικά μας χρόνια,  εκείνα που η μοίρα του ανταρτοπολέμου μάς επιφύλαξε να ζήσουμε στις Παιδοπόλεις της Φρειδερίκης, τηλεφωνιόμαστε και μιλούμε με τις ώρες. Από όλα τα μέρη της γης! Ο Στέφανος από την Αμερική (Καναδάς), ο Θωμάς από την Αυστραλία κ.λπ.

Όπως συνέβη και προχθές με τον Σμαρόπουλο Χρυσόστομο (Θεσσαλονίκη) που είχα να ακούσω τη φωνή και τα νέα του από την κάτω Παιδόπολη του Αγ. Δημητρίου ((1958), στο Βαρδάρι (Θεσσαλονίκη).

Κάτι μου έλεγε ο Λέων (Γερασίμου), κάτι κι ο Τσιαπάλης ο Χρ., όμως συγκεκριμένα νέα του πήρα μόλις προχθές από τον ίδιο. Να, μια μικρή ευτυχία!

Τον αγαπούσαμε τον… Μάκη Θυμάρη (ψευδώνυμο του Σμαρόπουλο) γιατί, αν και είχε κάποιο κινητικό πρόβλημα, ήταν ο πιο ζωντανός από όλα τα μεγάλα παιδιά. Ήταν αυτός που έβγαζε τους «ΝΕΑΝΙΚΟΥΣ ΠΑΛΜΟΥΣ» σχεδόν μόνος του ( μια επιτοίχια εφημερίδα χειρόγραφη), αυτός οργάνωνε την ύλη βοηθούμενος πιθανόν κι από τον «Πατρικιώτη», τον αδελφό του Μάκη Μπαχατήρογλου, τον Ανέστη, αυτός  έκρινε τα κείμενα, αυτός απαντούσε σε όλες τις συνεργασίες, τις πενομαχίες και τις ερωτήσεις μας…

(Μια στήλη από τη χειρόγραφη εφημερίδα, όπως τη μετέγραψε ο Λέων. Γράφτηκε από το Νικηφόρο Τσάτση):

ΝΕΑΝΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ-1957-Σμαρόπουλος σελίς 5η -Το ακρογιάλι τού Θερμαϊκού-κανονική


Τα λέμε, και μεταξύ άλλων με ρωτούν «τι απέγινε ο τάδε ή ο δείνα…» κ.λπ.

Βρίσκομαι σε πολύ δύσκολη θέση, διότι, εδώ απομονωμένος στην Κρήτη (Χανιά) κοντά 40 χρόνια, δεν έχω και πολύ επαφή με τους παλιούς παιδοπολίτες. Απλά, σποραδικά ενημερώνομαι -κυρίως από τον Θεσσαλονικιό Λ. Γερασίμου- για το «φευγιό» μερικών παλιών φίλων, δασκάλων, ομαδαρχών…

Είναι σαν να φεύγει αυτόματα κι ένα κομμάτι από την ψυχή μου. Αισθάνομαι ακόμη και το σώμα μου να ελαττώνεται. Λιγοστεύουμε…

 

ΙΙ.- Σχετικά, λοιπόν, με τον Μάκη Μπαχατήρογλου:

Στα 1961 τελειώνοντας το εξατάξιο Γυμνάσιο στη Θεσσαλονίκη (Στ΄Γυμνάσιο), έδωσα εισαγωγικές στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Ο Μάκης , ο πιο κοντινός μου φίλος στην «Καλή Παναγιά» και στο Ωραιόκαστρο μαζί με τον Κρίτωνα και τον Θωμά Ηλιόπουλο, είχε ήδη περάσει στη Γερμανική Φιλολογία –ήταν στο δεύτερο έτος- μια και είχαμε χωρίσει πριν ένα χρόνο. Είχαμε αυτή τη διαφορά τάξεων, αφού εγώ δίνοντας εξετάσεις από το Δημοτικό για το Γυμνάσιο (Βέροια) δεν πέρασα (1954).

Πέρασα την επόμενη χρονιά.

Τότε, στα 1961,  είχαμε τη δυνατότητα να δίνουμε σε οποιαδήποτε πανεπιστημιακή σχολή. Κι αν ήσουν καλά προετοιμασμένος, μπορούσες να περάσεις άνετα και με καλή σειρά σε περισσότερες από μία σχολές. Ξέραμε ότι η γνώση ήταν για πολύ λίγους και πληρωνόταν πανάκριβα, αλλά το προσπαθούσαμε,  για να ξεφύγουμε από την μίζερη μεταπολεμική καθημερινότητα. Δεν υπήρχε δρόμος επιστροφής στα χωριά μας.

Αυτή τη δυνατότητα μας την έδινε η Παιδόπολη.

Είχα δώσει στην ΟΠΕ (Οικονομικές Πολιτικές Επιστήμες) καθώς και στη Φιλοσοφική Σχολή (τμήμα Γαλλικής Φιλολογίας). Τα γαλλικά τα είχα μάθει στο De Lasalle και στο φροντιστήριο «Σουκιούρογλου».

Είχαμε τότε μια περίεργη αυτοπεποίθηση ότι όχι μόνο θα περνούσαμε στο Πανεπιστήμιο, σε όποια σχολή και να δίναμε, αλλά και με πολύ καλή σειρά. Επιπλέον, κρυφά θέλαμε να αποδείξουμε σε κάτι «τρυφερές ψυχές» -που δεν ξέρανε πόσο υποφέραμε ερωτικά γι αυτές- ότι αξίζαμε. Και το αξίζαμε…

Το βράδι που βγήκαν τα αποτελέσματα και ήμουν πλήρης αγωνίας, με πήρε από τη Θεσσαλονίκη ο φίλος Νάσιος Στέφανος -συμμαθητής του Πρόδρομου (Μάκη), του Χριστόφορου Μάτση, του Πασιλούδη και άλλων, λίγο «μεγαλύτερων» παιδιών από μένα, που ήδη φοιτούσαν στη Θεσσαλονίκη. Έμενα ακόμη στο Ωραιόκαστρο. Μου είπε περιχαρής πως πέρασα στην ΟΠΕ 17ος , αλλά και 2ος από τα αγόρια στη Γαλλική Φιλολογία!

Η Γαλλική Φιλολογία Θεσσαλονίκης έπαιρνε τότε -στα 1961- μόνο 30-32 άτομα, αγόρια και κορίτσια, κάθε χρόνο, ενώ η ΟΠΕ πολύ περισσότερα. Αλλά η Γαλλική Φιλολογία έδινε υποτροφίες σε αγόρια και κορίτσια χωριστά, άσχετα από τη σειρά εισαγωγής. Έτσι σπούδασα γαλλική φιλολογία με υποτροφία! Διαφορετικά οι σπουδές  μου οικονομικά θα είχαν μεγάλο πρόβλημα, όπως συνέβαινε με όλους τους παιδοπολίτες, και θα ναυαγούσαν νωρίς λόγω οικονομικής αδυναμίας.


(Ο Μάκης είναι δίπλα μου τέταρτος από δεξιά καθήμενος (τρίτος εγώ ) σε κάποια  παιδοπολίτικη εκδρομή)

 


Παράλληλα με μένα, σπούδασε γερμανική φιλολογία ο Μάκης. Την υποτροφία (8.000 δραχμές το χρόνο, κι όταν βγήκε ο Γ. Παπανδρέου (1963) τις έκανε 12.000, την τρώγαμε σχεδόν μαζί!)

 

Στο LYCEE της Θεσσαλονίκης στη Λεωφ. Στρατού, κάποτε που ήρθε για λίγο ο Γιώργος Παπαδόπουλος από την Αμερική, παλιός Παιδοπολίτης και σπουδαίος ζωγράφος από τους πρωτοποριακούς της εποχής του (μέσα δεκαετίας του 1960), με την Αμικάλ αποφασίσαμε να οργανώσουμε μια έκθεση έργων του στο «Γαλλικό Λύκειο» (Lycee Francais) από όπου και η φωτογραφία:

 

(Ο Μάκης είναι στο κέντρο με την κοπέλα του, ο Γιώργος αριστερά και πίσω του η ψηλή Αμερικάνα η γυναίκα του κι εγώ  στην άκρη δεξιά με το τσιγάρο στο χέρι!)

 

Εγώ τελείωσα νωρίτερα και το 1966 με 1968 υπηρέτησα το στρατιωτικό μου στην Κόρινθο, στη Βυρώνεια, στην  Κύπρο (Καντάρα-1967), στο Άργος Ορεστικό. Ο Μάκης δεν είχε τελειώσει ακόμη…

Όταν στα 1969 διορίστηκα στη Σύμη Δωδεκανήσου, ως καθηγητής Γαλλικών, ο Μάκης έκανε το στρατιωτικό του ακόμη. Είχαμε πια χωρίσει, είχανε χωρίσει κατ΄ανάγκη και οι δρόμοι μας: αυτός θα ακολουθούσε μια καθαρά εμπορική σταδιοδρομία βοηθούμενος από την κα Τέλλογλου (πρώτα στον «Κατσαρό» και έπειτα στα τρακτέρ της «Fedt»), άλλοτε ήταν στα χάι του κι άλλοτε στα ντάουν του.

Κυκλοθυμικός και ακατάστατος στο τι ήθελε από τη ζωή του. Ήδη είχε το μεγάλο ψυχολογικό πρόβλημα με τον Ανέστη και τη μάνα του. Είχε φτιάξει το «σαταν κλάμπ», μια υποτυπώδη λέσχη αρειμανίων, είχε ένα σαρκαστικό χιούμορ,  είχε καθιερώσει ως τρόπο ζωής το do.fa.ni. (dolce far niente) θεωρώντας εμάς τους υπαλληλίσκους του δημοσίου, περίπου ως κατώτερα όντα.

Κι όμως, όταν ήταν να παντρευτώ με τη Χριστίνη που γνώρισα στη Σύμη και αγάπησα σφόδρα, έδειξε μια απέραντη δυσαρέσκεια λέγοντάς μου εκείνο το αμίμητο «-Ρε Σταύρο και τι σχέση έχουμε εμείς με οικογένεια;».

Μας στεφάνωσε το Σεπτέμβρη στα 1975, ενόσω με τη Χριστίνη υπηρετούσαμε στα σχολεία του Κιλκίς.

Μέναμε στην Αχειροποιήτου, κοντά στη Φιλίππου που έμενε ο Μάκης. Όμως δεν είχαμε και πολλές σχέσεις. Θες τα πολύωρα και πολυήμερα (δουλεύαμε και τα Σάββατα) προγράμματά μας, θες ο γάμος που πάντα απομακρύνει τους εργένηδες, δεν βλεπόμασταν πια συχνά. Το Αύγουστο του 1976 «ήλθε» ο Παναγιώτης, ο πρώτος γιος μας, που άλλαξε τη ζωή μας. Μπροστά στις αναπόφευκτες δυσκολίες και μη έχοντας ουσιαστικά βοήθεια από πουθενά, αποφασίσαμε να ζητήσουμε μετάθεση στα Χανιά. Στα 1977 προσγειωθήκαμε στα Χανιά, είχαμε κοντά μας και τα πεθερικά (τους γονείς της Χριστίνης), είχαμε εναλλάξ με τη Χριστίνη πρόγραμμα στα σχολεία και έτσι μπορέσαμε να μεγαλώσουμε πρώτα τον Παναγιώτη κι έπειτα το Μανόλη.


(Στο Ωραιόκαστρο, με τον άλλο φίλο μας τον Κρίτωνα. Ο Μάκης δεξιά του Κρίτωνα)

Ο Μάκης, ήλθε με την κα Τέλλογλου μια φορά στα Χανιά, στις αρχές του 1980. Ήδη κούτσαινε γιατί είχε κάνει εγχείρηση στο ένα του πόδι και μάλιστα είχε βγει στη σύνταξη (ΙΚΑ) με αναπηρία!  Κάθε φορά που ανέβαινα στην Θεσσαλονίκη, τον συναντούσα. Τόσο με το θάνατο του αδελφού μου Κώστα (1989) όσο και με της μάνας μου (1993). Ο ίδιος είχε παραξενέψει, είχε απομονωθεί από τις παρέες του, είχε βρει ένα μικρό διαμέρισμα στην Ηετίωνος (Τούμπα-Θεσσαλονίκης) και ενώ έπαιρνε χάπια για την επιληψία από την οποία έπασχε και είχε κρίσεις, έπινε πολύ άσχημα χωρίς να τρώει ανάλογα.

Τον βρήκα μια φορά στο νοσοκομείο “Άγ. Παύλος” (το παλιό Saint Paul των καθολικών) στην Φράγκων. Δεν μιλούσε και δεν έλεγε τα προβλήματα υγείας του σε κανένα. Ούτε σε ένα ζευγάρι φίλων του-την Ευδοκία Κουμιώτη και τον άνδρα της- που νοιαζόντουσαν γι αυτόν. Έτσι ένα πρωί στα 1997 «έφυγε», τελείως μόνος, από εγκεφαλικό. Με ειδοποίησαν, αλλά μετά το θάνατό του.

Τον έκλαψα σαν τον αδελφό μου, η δε απώλειά του με σημάδεψε ανεξίτηλα…

—————————————————————————————————–

Υ.Γ. (Οι φωτογραφίες είναι από το προσωπικό μου αρχείο και η χρήση τους επιτρέπεται μόνο με αναφορά της πηγής προέλευσής τους) Στ.Γ.Κ.


Σχολιάστε