"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

Ποιητική του Πολυτεχνείου (Χ.Ν., 16-11-15)

 

 

 

ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ

ΣΙΓΟΥΡΑ η ποίηση δεν δημιουργεί ιστορικά γεγονότα∙ ίσως όμως, τα διαισθάνεται και μας προειδοποιεί για «τα μελλούμενα».

ΛΕΝΕ πως οι ποιητές- κι ο Ελύτης στο “Άξιον Εστί” του- θεωρούν εαυτούς «εξόριστους» στον αιώνα τους. Σαν άλλοι ιερομάντεις και μύστες, δίνουν χρησμούς με τους στίχους τους. Oιωνοσκοπούν: προβλέπουν καταστροφές και συνθέτουν ιερεμιάδες πάνω στα συντρίμια ενός κόσμου -του κόσμου τους. Βιώνουν τα γεγονότα από κοντά ή ακούνε την αχώ τους. Φορτίζονται εντονότερα από τους άλλους πολίτες, ως πιο  ευαίσθητα όντα. Η ποίησή τους εκκολάπτεται χρόνια, ωριμάζει, έπειτα «μιλάει».

ΔΥΝΑΤΗ ποίηση είναι δυνατόν να γεννηθεί ταυτόχρονα με σκληρά γεγονότα. Πάρτε τη γενιά του ’30 ή την πρώτη μεταπολεμική γενιά. Και η περίοδος που ζούμε, με την κατάρρευση κοινωνιών, οικονομιών, τάξεων, κρατών, με τις αυτοκτονίες χιλιάδων ανθρώπων, την ανεργία και την πείνα, τις μυριάδες εκτοπίσεις προσφύγων που άλλοι εκβράζονται στις αιγαιοπελαγίτικες ακτές και άλλοι μένουν στο βυθό της Μεσογείου, είναι μια πολύ συγκλονιστική μεταβατική εποχή. Ανέκαθεν υπήρχαν ποιητές, ελάσσονες και μέγιστοι. Σπανίζει όμως, στην εποχή μας η καλή διαχρονική ποίηση.

…ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ στο Πολυτεχνείο, το φοβερό Νοέμβρη του ‘73, με τους δεκάδες νεκρούς και τις εκατοντάδες τραυματίες, παραμένουν ανεξίτηλα στην εθνική μας μνήμη. Και τότε γράφτηκαν ποίηση, πεζά, τραγούδια. Μυθοποιήθηκε. Σαρανταδύο χρόνια μετά, το Πολυτεχνείο επιδέχεται πολλές αναγνώσεις και απομυθοποιήσεις. Κάτω από τη δαμόκλειο σπάθη των μνημονιακών πολιτικών (αριστερών ή δεξιών) ακολουθούνται άγριες πολιτικές που αναιρούν το όραμα των νεκρών παιδιών του Πολυτεχνείου, για «Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία». Πιθανόν, οι μνήμες μας να προσπαθήσουν πάλι να ζωντανέψουν τα γεγονότα. Όμως, αυτές, με ευθύνη και της Μεταπολίτευσης, έχουν καταντήσει μια ανούσια επανάλειψη του «χρονικού των τριών ημερών» και των στερεότυπων ερμηνειών του στα σχολεία. Χωρίς πια να εγείρεται η συνείδηση  των νέων «για νέους αγώνες».

ΠΑΡΑΜΕΝΟΥΝ ανεκπλήρωτα τα οράματα των παιδιών, όπως παραμένουν ίδιες και οι αιτίες (ανεργία, φτώχεια, α-παιδευσία, ανελευθερία) που τα οδήγησαν στην εξέγερση. Τότε υπήρχε καθημερινή καταπίεση στα σχολεία, το δε εκπαιδευτικό σύστημα θεωρούσε ύψιστο μέλημα την πειθαρχία, τον “στρατωνισμό”. Με γλώσσα την καθαρεύουσα, με αδιαμφισβήτητη «αυθεντία» το δάσκαλο, με περιπολίες των τριών όπλων στους δρόμους, με φυλακίσεις αντιφρονούντων και με σύνθημα/στόχο το «πατρίς-θρησκεία-οικογένεια», το χουντικό καθεστώς είχε επιβάλλει παντού το τρίπτυχο «ησυχία, τάξις, ασφάλεια»!

ΚΙ ΟΜΩΣ, στη διάρκεια εκείνης της 7χρονης σκοτεινής δικτατορίας επήλθε μια βίαιη πολιτική ωρίμανση της νεολαίας: «γεννήθηκε» μια γενιά που εντρύφησε σιωπηρά στο απαγορευμένο πολιτικό βιβλίο, στην απαγορευμένη μουσική των μπουάτ. Έχοντας πρότυπο τους αγώνες για «ψωμί, παιδεία, δημοκρατία» της γενιάς του 1-1-4 καθώς και επηρεαζόμενη από τις φοιτητικές εξεγέρσεις σε Αμερική (πόλεμος του Βιετναμ) και Γαλλία (Μάης του 1968), η γενιά του Πολυτεχνείου ήξερε για τι όφειλε να αγωνιστεί.

ΚΙ ΟΤΑΝ σήμανε η ώρα, τα παιδιά κλείστηκαν στο μόνο ελεύθερο χώρο που όριζαν, το Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Κι από εκεί, η φωνή του εκφωνητή, σπάραγμα μιας νεολαίας που πνιγόταν για ελεύθερη σκέψη και έκφραση, μετέδιδε τον παλμό ενός άλλου μέλλοντος. Η γεμάτη πάθος «βραχνιασμένη» φωνή ζούσε μεν τη σκλαβιά που ήθελε να αποτινάξει, αλλά και τη λευτεριά που ήθελε να κατακτήσει:

«Δεν θα ξεχάσουμε ποτέ τη φωνή σου/ γενναίο παιδί:

Εδώ Πολυτεχνείο! Εδώ Πολυτεχνείο!

Σας μιλάει ο σταθμός των ελεύθερων αγωνιζόμενων φοιτητών

των ελεύθερων αγωνιζόμενων Ελλήνων!

Είχες βραχνιάσει να μιλάς με τις ώρες/ μα πιο πολύ ήταν το πάθος που ράγιζε

το πυρωμένο μέταλλο της φωνής σου/ γεμίζοντας τους αιθέρες μ’ ανατριχίλες και δάκρυα.

Κι ο πλανταγμένος λαός συσπειρωμένος/ μισός στους δρόμους και μισός στα σπίτια

ρουφούσε λαίμαργα το τραύλισμα της λευτεριάς/ που σπαρταρούσε μέσα στο στήθος σου

κι αγωνιούσε και παθαίνονταν κι έκανε/ προσευχές, Χριστέ μου, να μη σωπάσεις.

Γιατί χρόνια και χρόνια σ’ αυτό τον τόπο/ είναι στη μοίρα του ν’ ακούει αυτό το τραύλισμα

που δεν προφταίνει να γίνει φωνή/ που δεν προφταίνει να γίνει φθόγγος/ και μουσική αναστάσιμη.

Γιατί χρόνια και χρόνια/ στην κρίσιμη στιγμή

τα δολερά χέρια των τυράννων/ υπογράφουν το διάταγμα της σιγής σου». [19 Νοέμβρη 1973](1)

 

ΑΥΤΟ το φως λευτεριάς που άστραψε στον ελληνικό ουρανό, δεν άργησε να σβήσει βίαια. Η καταστολή επιβλήθηκε με σίδερο, αίμα και τρόμο, μόλις έπεσε η πύλη του Πολυτεχνείου. Όμως, η αναλαμπή του πάντα επιζεί:

«Το αίμα τους

Καθώς σπάζουν τα φράγματα  χύθηκε

Προορισμένο κιόλας ν’ αρδέψει τη γη

Σα ρόδι θρυμματισμένο ιρίδισε

Σκορπίζοντας απαστράπτοντα σπέρματα

Για μιαν ανθοφορία

Σε μιαν άλλη άνοιξη που θά’ ρθει-

Να υψωθεί στον κόκκινο ουρανό

Ο ρόδακας

του πιο κόκκινου ηλιοτρόπιου». [1974] (2)

ΟΛΑ παρέρχονται. Η ποίηση και τα συνθήματα μένουν. Σαν το χωμάτινο και διαρκές «Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία» που παραμένει επίκαιρο στο στόμα των τωρινών νέων:

«Ποια απάντηση, ποιος χτύπος στο κοιμισμένο στήθος σου αγόρι

γαζωμένο από τις σύγχρονες μηχανές σε σχήμα χελιδονιού

άγγελε με χλωρή γενειάδα κάτω από τις ερπύστριες

συνείδηση βαμμένη στον τοίχο και στις πέτρες

σώπασες τ’ όνομά σου μες στη βοή της λάσπης

περιστέρι μπροστά στα ηλεκτροφόρα σύρματα

με το σύνθημα της δικαιοσύνης στο χώμα.

Με το τραγούδι χαιρετίζω όσους μοχθούν

για τη ζωή, όχι στο χαμό της

για την τροφή, όχι τη στέρηση της

για τη γνώση, με τη γνώση

ενάντια στις αριθμομηχανές των κρεάτων

ενάντια στον οργασμό της κατανάλωσης

ενάντια στις τρομερές λυχνίες της δισχιλιετηρίδας.

Θα ‘ρθει ένας κόσμος χλόης αγόρι

και θα δουλεύουμε στη μοιρασιά των λουλουδιών». (3)

ΟΙ ΕΠΟΧΕΣ με τα γεγονότα τους αφήνουν και το στίγμα τους. Ίσως όχι πάντα τόσο έντονο. Εξαρτάται από το πως ερμηνεύει την ιστορία η κάθε επόμενη γενιά:

«Κι οι μυγδαλιές δεν άνθισαν εφέτος

-πληγές πυώδεις τα μπουμπούκια τους

στης άνοιξης το σώμα.

Εκείνα τα παιδιά του Μεσονιόβρη,

ποιος τα θυμάται τώρα;

Η άνοιξη δεν τα φιλεί

Η μάνα τους δεν τα θωπεύει

Μόνο τα δέντρα του καιρού τα σκιάζουν

Οι μυγδαλιές δεν άνθισαν έφέτος

Κι όμως 17 Φλεβάρη σήμερα

-τρεις μήνες από τότε

Κι όλοι σιωπούν, κι όλα βοούν

Φοβίζουν οι καιροί

Κι οι εξεγέρσεις αναβάλλονται

αφού μας λείπει η δύναμη

να σπάσουμε το κέλυφος της ατολμίας» (4)

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

-(1) Λουκάς Θεοδωρακόπουλος, “Ο εκφωνητής”, Από τη συλλογή Αναδρομή, εκδ. Καστανιώτης, 1978.

-(2)Πρόδρομος Μάρκογλου, “Συμβάν”, Από τη συλλογή Το δόντι της πέτρας (Θεσσαλονίκη, 1975)

-(3) Κοραλία Θεοτοκά, “Αντί στεφάνου”, Από την ενότητα «Κατάλοιπα ποιήματα» στον τόμο Τα κείμενα της- Τα κείμενα για το έργο της, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», 1977

-(4) Στ.Γ.Κ., “Ο επελθών θάνατος”, Από τα ανέκδοτα ποιήματά του (5/2/1974)


Σχολιάστε