"Ο λόγος ο εφήμερος βαστά μόνο μια μέρα
το άρωμά του όμως κρατεί και νύχτα και ημέρα"
Στ.Γ.Κ., Νοε. 2010

11 χυμώδη ποιήματα του καιρού

 

 

11 χυμώδη ποιήματα του καιρού


1.-«Εφησυχάζομεν»

«Δεν τα παίξαμε όλα για όλα.

Φοβηθήκαμε

Μη και τα χάσουμε όλα…» (Ιακωβίδου-Πατρικίου Λίλη,  «Φιλολογική Πρωτοχρονιά», 1986, σελ. 10)

 

 

2.-

Θέλω να γράψω ένα ποίημα


III

«Θέλω να γράψω ένα ποίημα

για την πρώτη φορά που βρέθηκα γυμνή

χωρίς νάμαι πια μικρή

για τα μάτια του άντρα

πώς μέτραγαν τις ατέλειές μου

πριν τις ξεπεράσουν

για τα δάκτυλα που ακολουθούσαν τα μάτια

για τον πρώτο πόνο, το πρώτο άνθος

όταν άνοιξε μες στο σκοτάδι που με χάιδευε σαν φως

για τα ρούχα, τόσο ενοχλητικά μετά

για τα φαγητά που ξύπναγαν πια

μιαν άλλη πείνα.

Θέλω να γράψω ένα ποίημα

για την πρώτη φορά…

Αλλ’ ούτ’ η ψυχή μου τη γεύση αυτή

δεν έχει συγκρατήσει». [Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, δημοσιεύθηκε στην Πανδώρα, τ.18, 11/2005-5/2006, σελ.4.]

 

3.-John Keats (1795-1821)

 

Το ποίημα: Η ανελέητη ωραία κυρία, γράφτηκε τον Απρίλιο του 1819, τη χρονιά που παράλληλα με τα οικονομικά του προβλήματα, ο ποιητής είχε τα πρώτα συμπτώματα της φυματίωσης, αλλά και μια μεγάλη ποιητική παραγωγή. Θέμα του είναι η εμπειρία της ομορφιάς, που όχι μόνο ως βεβαιότητα αλλά και ως διάψευση δίνει νόημα στη ζωή –δηλαδή όχι μόνο στη φάση που λειτουργεί ως μυητική αίσθηση, αλλά και σε εκείνη που ακολουθεί και λειτουργεί ως συνειδητοποίηση της ψευδαίσθησης. (Σ.τ.μ.)

Η ανελέητη ωραία κυρία (Μετάφραση, Βαγγέλης Αθανασόπουλος)

 

“Γιατί ’σαι ταραγμένος ιππότη,

Και μόνος και χλομός περιφέρεσαι;

Το σπαθόχορτο ξεράθηκε στη λίμνη,

Και κανένα πουλί δεν τραγουδά.

 

Γιατί ’σαι ταραγμένος ιππότη,

Τόσο καταβεβλημένος και τόσο πονεμένος;

Η σιταποθήκη του σκίουρου είναι γεμάτη

Κι ο θερισμός έχει τελειώσει.

 

Στο μέτωπό σου βλέπω έναν κρίνο,

Με την υγρασία της αγωνίας και με σταγόνες πυρετού,

Και στο μάγουλό σου ρόδο θαμπό

Να μαραίνεται γρήγορα κι αυτό.

 

Συνάντησα μια κυρία στα λιβάδια,

Πολύ ωραία –παιδί νεράιδας,

Τα μαλλιά της μακριά, πόδι ελαφρύ,

Και τα μάτια της άγρια.

Για το κεφάλι της έπλεξα στεφάνι,

Και βραχιόλια, και ζώνη ευωδιαστή.

Με κοίταξε σαν ν’ αγαπούσε

Με στεναγμό γλυκό.

 

Την κάθισα στο άτι μου

Και τίποτ’ άλλο όλη τη μέρα δεν είδα,

Γιατί έσκυβε πλάγια, και τραγουδούσε

Τραγούδι νεράιδας.

 

Μου βρήκε ρίζες γλυκές,

Κι άγριο μέλι, και μάννα –δροσιά,

Και σε γλώσσα παράξενη είπε –

«Αληθινά σ’ αγαπώ».

 

Με πήρε στο μαγεμένο της σπήλαιο

Κι εκεί έκλαψε και στέναξε πικρά,

Κι εκεί έκλεισα τα άγρια άγρια μάτια της

Με τέσσερα φιλιά.

 

Κι εκεί μ’ αποκοίμισε

Κι εκεί ονειρεύτηκα –τι συμφορά! –

Το τελευταίο μου όνειρο

Στην κρύα του λόφου πλαγιά.

 

Είδα χλομούς βασιλιάδες και πρίγκιπες,

Χλομούς πολεμιστές, όλοι με τη χλομάδα του θανάτου.

Φώναζαν –«Η Ανελέητη Ωραία Κυρία

Σε έχει σκλάβο!»

 

Είδα στο λυκόφως τα στερημένα από αγάπη χείλια τους,

Ορθάνοιχτα από τρομερές προειδοποιήσεις,

Και ξύπνησα και βρέθηκα εδώ,

Στην κρύα πλαγιά του λόφου.

 

Και γι’ αυτό μένω εδώ τώρα

Και μόνος και χλομός περιφέρομαι.

Παρ’ όλο που ξεράθηκε το σπαθόχορτο στη λίμνη,

Και κανένα πουλί δεν τραγουδά”. [Δημοσιεύθηκε στην Πανδώρα, τ.21, 11/2007-5/2008, σελ.17,18.]

 

4.-William Wordsworth (1770-1850)

Περιπλανήθηκα μονάχος μου σαν σύννεφο (Μετάφραση, Βαγγέλης Αθανασόπουλος)

“Περιπλανήθηκα μονάχος μου σαν σύννεφο

Που γλιστρά ψηλά πάνω από κοιλάδες και λόφους,

Όταν ξαφνικά εντελώς είδα ένα πλήθος,

Μια στρατιά, χρυσαφένιων ναρκίσσων,

Δίπλα στη λίμνη, κάτω απ’ τα δέντρα,

Να φτερουγίζουν και να χορεύουν στην αύρα.

 

Χωρίς κενά, όπως του γαλαξία τ’ αστέρια,

Που λάμπουν και σπιθοβολούν,

Απλώθηκαν σε μια σειρά χωρίς τέλος

Σ’ όλο το μήκος του όρμου:

Με μια μόνο ματιά δέκα χιλιάδες είδα

Να τινάζουν τα κεφάλια τους σε χορό ζωηρό.

 

Τα κύματα δίπλα τους χόρεψαν, αλλά εκείνοι

Σε αγαλλίαση πέρασαν τα σπιθοβόλα κύματα:

Ένας ποιητής μόνο χαρά θα μπορούσε να νιώσει

Μέσα σε τέτοια κεφάτη συντροφιά!

Ατένισα –κι ατένισα– μα λίγο σκέφτηκα

Τι πλούτο μου ’χε φέρει το θέαμα:

 

Γιατί συχνά, όταν γέρνω στον σοφά μου

Με διάθεση άδεια ή στοχαστική,

Αυτοί σαν αστραπή φανερώνονται στο μέσα μάτι

Που ’ναι η υπέρτατη ευτυχία της μοναξιάς·

Και τότε γεμίζει η καρδιά μου μ’ απόλαυση,

Και χορεύει μαζί με τους νάρκισσους. [Δημοσιεύθηκε στην Πανδώρα, τ.21, 11/2007-5/2008, σελ.19.]

 

5.-Miroslav Holub

 

Μιροσλάβ Γόλουμπ (1923-1998). Διάσημος Τσέχος ποιητής και ανοσιολόγος. Έχει δημοσιεύσει πλήθος ποιητικών συλλογών και δοκιμίων. Τα ποιήματα που δημοσιεύουμε είναι από την τελευταία, λίγο πριν τον θάνατό του, ποιητική συλλογή που κυκλοφόρησε στα  Αγγλικά, σε μετάφραση των David Young και Dana Habona, με τον τίτλο Αποχαλίνωση (Rampage), από τον εκδοτικό οίκο Faber and Faber (1997) (Σημ. τ. μ.).

Τραγούδι για τις φάλαινες (Μετάφραση, Βασίλης Καραβίτης

“Στις δύο η ώρα το πρωί

ακούω την μιτροειδή βαλβίδα μου

απ’ το βάθος του σκοτεινού τούνελ, γεμάτου αίμα

που είμαι εγώ. Κυτταρικοί υποδοχείς

ταιριάζουν στις κλειδαριές.

Από κάποια συμφωνική απόσταση

αντηχεί το τραγούδι απ’ τις φάλαινες

και το τραγούδι τους μ’ εμπεριέχει.

 

Σε κάποιο μαύρο κάστρο

η Ωραία Κοιμωμένη έχει τρυπηθεί

πάνω σ’ ένα αγκάθι

που είμαι εγώ. Το ρολόι

έχει σταματήσει

–στο σπίτι μας τα ρολόγια σταματάνε

την κάθε στιγμή

γιατί θα τρυπηθεί ξανά την ίδια στιγμή

πάνω σε μια λέξη

πάνω σ’ ένα θραύσμα κάποιου σπασμένου

πήλινου αγγείου

πάνω σ’ ένα γαλακτερό δόντι

πάνω σ’ ένα παιχνίδι που έχει πέσει

στην υδρορροή

κι έτσι υπάρχει μια ακίνητη ζωή,

nature morte,

μ’ εμένα στη γενετική υποδομή.

 

Ένας χαρταετός κοκαλώνει στον αέρα

και παρ’ όλα αυτά ο Αϊνστάιν μας λέει,

ο χρόνος τρέχει πάντοτε αλλά ποτέ

δεν είναι φευγάτος

και παρ’ όλα αυτά η μητέρα μου λέει δέκα χρόνια

μετά τον θάνατό της

Ω ναι, ω ναι

κι ένα ρολόι αρχίζει πάλι,

το Αόρατο διασχίζει το δωμάτιο σαν μπάλα

από αστραπή

και φάλαινες ξαναμπαίνουν στο τούνελ.

 

Κι εγώ αρχίζω πάλι

να είμαι μηχανή

για την παραγωγή

του εαυτού μου.

 

 

Και όπως πέφτει η νύχτα

ένα αρσενικό ελάφι με δέκα γλωσσίδια

διολισθαίνει μεσ’ απ’ τους διαδρόμους

ψάχνοντας για το κεφάλι του

ανάμεσα στα τρόπαια

 

σα να μπορούσε ακόμα ένα κεφάλι

ν’ ανήκει στον καθένα

 

σ’ αυτή την εποχή

των εντέρων. [Δημοσιεύθηκαν στην Πανδώρα, τ.14, 11/2003-5/2004, σελ.6,7.]

*Ιστορική περιοχή της κεντρικής Τσεχοσλοβακίας (Σημ. τ. μ.).

 

6.-Seamus Heaney

Ο Seamus Heaney (Σέιμους Χήνυ) γεννήθηκε το 1939 στη Β. Ιρλανδία. Σπούδασε φιλολογία στο Ντέρυ και στο Μπέλφαστ. Το 1995 του απονεμήθηκε το βραβείο Νόμπελ. Τα ποιήματα που δημοσιεύονται προέρχονται από τη συλλογή του Spirit Levell (Πνευματική Επιφάνεια), 1996 (Σημ. τ. μ.).

Ο Άγιος Κέβιν και το μαυροπούλι  (Μετάφραση, Βίλκη Αντωνιάδου)

 

“Κι ύστερα υπήρχε ο Άγιος Κέβιν και το μαυροπούλι.

Ο άγιος γονατίζει, τεντώνει τα χέρια, μέσα στο

Κελί του, μα το κελί είναι στενό, κι έτσι

 

Μια γυρισμένη παλάμη βγαίνει απ’ το παράθυρο, αλύγιστη

Σαν ξύλο σταυρού, όπου ένα μαυροπούλι κατεβαίνει

Ακουμπά σ’ αυτή και φτιάχνει τη φωλιά του.

 

Ο Κέβιν αισθάνεται τη ζεστασιά των αυγών, το μικρό στήθος,

το κουρνιασμένο

Όμορφο κεφάλι, τα νύχια, και νιώθοντας μπλεγμένος

Μέσα στα δίχτυα της αιωνιότητας της ζωής,

 

Αισθάνεται οίκτο: Πρέπει τώρα να κρατά το χέρι του

Σαν κλαρί έξω στον ήλιο και στη βροχή για βδομάδες

Μέχρι τα μικρά να εκκολαφθούν, να βγάλουν φτερά, να πετάξουν.

 

Και μια κι όλα αυτά έτσι κι αλλιώς είναι φανταστικά,

Σκέψου να ’σαι ο Κέβιν. Ποιος είναι αυτός;

Αυτοεξόριστος ή αυτός που βρίσκεται σε μια συνεχή αγωνία

 

Από πάνω ως κάτω ανάμεσα στα πονεμένα μπράτσα του

Είναι τα δάχτυλά του μουδιασμένα; Νιώθει ακόμα τα γόνατά του;

Ή σκαρφαλώνει μέσα του το κενό κάποιου απ’ τον κάτω κόσμο

 

Που θέλει να μην αισθάνεται; Υπάρχει επικοινωνία στο κεφάλι του;

Μόνος βλέπει το είδωλό του καθαρά στο βαθύ της αγάπης ποτάμι,

«Να δουλεύεις και να μην αμείβεσαι», είναι η προσευχή του,

 

Μια προσευχή μ’ απόλυτη ανταπόκριση στο κορμί του

Γιατί ξέχασε τον εαυτό του, ξέχασε το πουλί

Και στη όχθη του ποταμού ξέχασε του ποταμού το όνομα.

 

7.-Η βροχή

 

Νεροποντή, κι ύστερα ακούς

Μια μουσική που αλλιώς ποτέ δεν θα την ένιωθες

Να την αναζητήσεις. Στον κορμό ενός κάκτου

 

Βροχή δυνατή, ανακάτωμα από νερά αποχέτευσης, λασπόνερα

και βούρκος

Ξεχύνονται. Εσύ στέκεις εκεί σαν μια φλογέρα

Αφημένη στο παιχνίδισμα του νερού, που το τινάζεις ξανά απαλά

 

Και χαμηλώνοντας οι ήχοι κυλούν απ’ όλες τις κλίμακες

Σαν μια υδρορροή που σταματάει να στάζει. Και να τώρα έρχεται

Το πιτσίλισμα από τα δροσισμένα φύλλα,

 

Υγρασία ανεπαίσθητη από χλόη και μαργαρίτες·

Ύστερα λαμπύρισμα ψιχάλας, ανέμου ανάσες απαλές.

Δυναμώνει ξανά η βροχή. Αυτό που συμβαίνει μετά

 

Δεν λιγοστεύει κι ας έχει συμβεί μια φορά,

Δύο, δέκα, χιλιάδες φορές πριν.

Ποιος νοιάζεται αν όλη η μουσική που αποκαλύπτεται

 

Μοιάζει με το πέσιμο της άμμου ή των ξερών σπόρων του κάκτου;

Εσύ γίνεσαι ο εκλεκτός που μπαίνει στον παράδεισο

Μέσα από τ’ αυτί μιας ψιχάλας.  Άκου τώρα ξανά.

 

8.-Δυόσμος

 

Ένα κουβάρι έμοιαζε από μικρές σκονισμένες τσουκνίδες

Αγριάδα που μεγάλωνε στο αέτωμα του σπιτιού

Πίσω από εκεί που αποθηκεύαμε άχρηστα πράγματα και μπουκάλια:

Ένα ξερόκλαδο, σχεδόν ανάξιο προσοχής.

 

Μα, για να ’μαι δίκαιος, ήταν μια μαγική υπόσχεση

Κάτι καινούργιο στην πίσω αυλή της ζωής μας

Λες και κάτι άγουρο κι όμως επίμονο

Θέριευε στις πράσινες αλέες.

 

Ήχος ψαλίδας, φως Κυριακάτικων

Πρωινών τότε που κόβαμε κι αγγίζαμε τον δυόσμο με αγάπη:

Για να γίνουν χωρίς να το θέλω προτεραιότητες τα ανούσια.

Ας αφεθεί ελεύθερο ό,τι έχει επιζήσει.

 

Ας ξεχυθούν οι ευωδιές του δυόσμου μεθυστικές κι ανυπεράσπιστες

Σαν τους φυλακισμένους που ελεύθεροι αφέθηκαν στην αυλή.

Σαν τους περιφρονημένους που στράφηκαν εναντίον μας

Γιατί από αμέλεια τους χάσαμε.

 

9.-Ένα τηλεφώνημα


«Περίμενε», είπε. «Τρέχω έξω να τον φωνάξω.

Είναι τόσο ωραίος ο καιρός εδώ, βρήκε ευκαιρία

Να ξεχορταριάσει».

Έτσι τον φαντάστηκα

Στα τέσσερα σκυμμένο δίπλα στα πράσα,

Ν’ αγγίζει, να παρατηρεί, να ξεχωρίζει

Το ένα βλαστάρι από το άλλο, προσεκτικά να ξεριζώνει

Κάθε τι ασύμμετρο, αδύναμο και ξερό,

Ευτυχισμένο στο άγγιγμα κάθε μικρού καινούργιου αγριόχορτου,

Μα και θλιμμένο…

Ύστερα αφέθηκα ν’ ακούω

Το υπόκωφο βαρύ τικ τακ των ρολογιών στο χωλ

Όπου ήταν αφημένο το ακουστικό σε μια γαλήνη

Από καθρέφτες και με τον ήλιο να αντανακλά στο εκκρεμές…

 

Έπιασα τότε τον εαυτό μου να σκέφτεται: αν τώρα έφτανε η ώρα,

Να πώς θα καλούσε ο Θάνατος κοντά του τον Καθένα μας.

 

Αμέσως μετά μου μίλησε και σχεδόν του είπα πως τον αγαπούσα. [Δημοσιεύθηκαν στην Πανδώρα, τ.4, 1998, σελ.24-26.]

 

10.-Mary Oliver

Η Mary Oliver (Μαίρη Όλιβερ) γεννήθηκε το 1935 στο Κλήβελαντ, του Οχάιο των ΗΠΑ. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Οχάιο και στο κολέγιο Βασσάρ. Από το 1962 και μετά, τιμήθηκε με πολλά βραβεία για την ποίησή της. Το 1984 της απονεμήθηκε το βραβείο Πούλιτζερ. Τα ποιήματα που μεταφράζονται είναι από τη συλλογή «Σπίτι του φωτός» (House of Light), 1990 (Σημ.τ.μ.)

Σιγκαπούρη (Μετάφραση, Βίλκη Αντωνιάδου)

 

Στη Σιγκαπούρη, στο αεροδρόμιο,

σχίστηκε το σκοτάδι μπρος στα μάτια μου.

Μια πόρτα ανοιχτή, στις γυναικείες τουαλέτες.

Γονατισμένη μια γυναίκα, κάτι έπλενε

στην άσπρη λεκάνη.

Γέμισε το στομάχι μου αηδία,

άγγιξα στην τσέπη μου το εισιτήριο.

 

Ένα ποίημα θα ’πρεπε πάντα να μιλά για πουλιά.

Τις αλκυόνες, όπως λένε, με τ’ αυθάδικα μάτια και τα φανταχτερά φτερά.

Τα ποτάμια είναι ευχάριστα, το ίδιο και τα δέντρα.

Ένας καταρράκτης, ή αν αυτό δεν είναι δυνατό, ένας πίδακας

που εκτινάζεται και πέφτει.

Ο καθένας θέλει να βρίσκει ένα χαρούμενο τόπο σ’ ένα ποίημα.

 

Όταν η γυναίκα γύρισε δεν μπορούσα να προσδιορίσω το πρόσωπό της.

Η ομορφιά κι η αμηχανία πάλευαν, χωρίς καμιά τους να μπορεί

να νικήσει.

Χαμογέλασε και χαμογέλασα. Τι ανοησία είν’ αυτή;

Όλοι χρειάζονται μια δουλειά.

 

Ναι, ο καθένας θέλει να βρίσκει ένα χαρούμενο τόπο σ’ ένα ποίημα.

Μα πρώτα πρέπει να τη δούμε την ώρα που κάνει τη δουλειά της,

που είναι αρκετά πληκτική.

Καθαρίζει τα σταχτοδοχεία του αεροδρομίου, μεγάλα σαν τάσια

αυτοκινήτου, μ’ ένα γαλάζιο κουρέλι.

Τα μικρά της χέρια περιτριγυρίζουν το μέταλλο, ξύνοντας, σκουπίζοντας.

Δεν δουλεύει αργά, ούτε γρήγορα, μου μοιάζει σαν ποτάμι.

Τα μαύρα της μαλλιά μοιάζουν φτερούγα πουλιού.

 

Ούτε στιγμή δεν αμφιβάλλω ότι αγαπά τη ζωή της.

Θέλω να φύγει απ’ το ξεροκόμματο, τα βρωμόνερα

να πετάξει στο ποτάμι.

Αυτό μάλλον δεν θα γίνει.

Αλλά ίσως και να γίνει.

Αν ο κόσμος ήταν μόνο πόνος και λογική, ποιος θα τον ήθελε;

 

Φυσικά δεν είναι.

Ούτε εννοώ να γίνει κάνα θαύμα, μα μόνο

το φως που μπορεί να λάμψει μέσα από μια ζωή. Εννοώ

τον τρόπο που διπλώνει και ξεδιπλώνει το γαλάζιο πανί,

τον τρόπο που χαμογέλασε μόνο για μένα· εννοώ

τον τρόπο που αυτό το ποίημα είναι γεμάτο δέντρα και πουλιά.

 

11.-Οι τελευταίες οδηγίες του Βούδα

 

«Βγάλε από μέσα σου ένα φως»,

είπε ο Βούδας,

πριν πεθάνει.

Αυτό σκέφτομαι κάθε πρωί

καθώς αρχίζει η ανατολή

να σκορπάει τα σύννεφα

της νύχτας, να στέλνει ψηλά το πρώτο

σημάδι –μια λευκή βεντάλια

από ρίγες ροζ και μοβ,

μέχρι πράσινο.

Ένας γέρος, που ξαπλώνει

ανάμεσα σε δυο δέντρα,

θα μπορούσε να ’χει πει ο,τιδήποτε,

ξέροντας ότι πλησιάζει το τέλος του.

Το φως λάμπει ψηλά,

πυκνώνει κι απλώνεται πάνω απ’ τα χωράφια.

Γύρω απ’ αυτόν οι χωρικοί μαζεύονται

στριμώχνονται μπροστά ν’ ακούσουν.

Πριν ακόμη ο ήλιος

ξεπροβάλει, απρόσιτος, μέσα στο γαλάζιο του ουρανού,

νιώθω να μ’ αγγίζει παντού

ένας ωκεανός κατακίτρινων κυμάτων.

Χωρίς αμφιβολία αναλογιζόταν το κάθε τι

που του ’τυχε στη δύσκολη ζωή του.

Κι ύστερα νιώθω τον ίδιο τον ήλιο

καθώς βάζει φωτιά πάνω απ’ τους λόφους,

σαν μυριάδες φλεγόμενα λουλούδια –

σίγουρα είμαι εντελώς περιττή,

κι όμως νιώθω να μεταλλάσσομαι

σε κάτι με ανερμήνευτη αξία.

Αργά, κάτω απ’ τα κλαριά,

ανασήκωσε το κεφάλι του.

Με το βλέμμα του έψαξε βαθιά στα πρόσωπα

του τρομαγμένου πλήθους. [Δημοσιεύθηκαν στην Πανδώρα, τ.6, 11/1999-4/2000, σελ.1,2 και 4.]

 


Σχολιάστε